Ευρωπαϊκή άμυνα: Το νέο οικονομικό στοίχημα των 454 δισ. ευρώ
Η Ευρώπη περνά σε μια νέα εποχή αμυντικών δαπανών. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι κυβερνοαπειλές και η αβεβαιότητα γύρω από τη μακροχρόνια αμερικανική στρατιωτική στήριξη έχουν αλλάξει ριζικά τις προτεραιότητες των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας, οι αμυντικές δαπάνες των 27 κρατών-μελών έφτασαν τα 418 δισ. ευρώ το 2025 και προβλέπεται να αυξηθούν στα 454 δισ. ευρώ το 2026. Αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 2,4% του ΑΕΠ της ΕΕ, ενώ η αύξηση σε σχέση με το 2021 φτάνει το 75,3%.
Δεν πρόκειται πλέον για μια προσωρινή αύξηση δαπανών. Πρόκειται για μια βαθύτερη αλλαγή στην οικονομική πολιτική της Ευρώπης.
Ανάλυση
Από την «ειρηνευτική μερισματική απόδοση» στην οικονομία της ασφάλειας
Για δεκαετίες μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, πολλές ευρωπαϊκές χώρες περιόρισαν τις στρατιωτικές τους δαπάνες και κατεύθυναν μεγαλύτερους πόρους προς κοινωνικές υπηρεσίες, υποδομές και άλλες δημόσιες πολιτικές.
Αυτό το μοντέλο αλλάζει.
Το 2026, οι επενδύσεις στην ευρωπαϊκή άμυνα αναμένεται να πλησιάσουν τα 163 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά σχεδόν 159% σε σχέση με το 2021. Περίπου το 36% της συνολικής αμυντικής δαπάνης προβλέπεται να κατευθυνθεί πλέον σε επενδύσεις.
Η Ευρώπη επομένως δεν πληρώνει μόνο περισσότερους μισθούς ή λειτουργικά έξοδα στρατών. Αγοράζει εξοπλισμό, επενδύει σε τεχνολογία, έρευνα, πυραυλικά συστήματα, drones, κυβερνοάμυνα και βιομηχανική παραγωγή.
Μπορεί η άμυνα να γίνει αναπτυξιακή πολιτική;
Η απάντηση εξαρτάται από το πού ξοδεύονται τα χρήματα.
Αν μια ευρωπαϊκή κυβέρνηση αυξήσει τις στρατιωτικές δαπάνες αγοράζοντας κυρίως εξοπλισμό από το εξωτερικό, μεγάλο μέρος της οικονομικής ζήτησης διαρρέει εκτός Ευρώπης.
Αν όμως τα ίδια χρήματα κατευθυνθούν σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, ερευνητικά κέντρα και κοινά προγράμματα παραγωγής, μπορούν να δημιουργήσουν:
- νέες βιομηχανικές θέσεις εργασίας,
- επενδύσεις σε τεχνολογία,
- έρευνα και ανάπτυξη,
- εξαγώγιμα προϊόντα,
- και τεχνολογίες διπλής χρήσης που μπορούν αργότερα να αξιοποιηθούν και στην πολιτική οικονομία.
Το 2025, οι δαπάνες για αμυντική έρευνα και ανάπτυξη στην ΕΕ έφτασαν περίπου τα 17 δισ. ευρώ και προβλέπεται να αυξηθούν στα 20 δισ. το 2026.
Αυτό σημαίνει ότι η αμυντική πολιτική αρχίζει να συνδέεται άμεσα με τη βιομηχανική και τεχνολογική πολιτική.
Το μεγάλο πρόβλημα: 27 διαφορετικές αγορές
Η Ευρώπη διαθέτει μεγάλους συνολικούς πόρους, αλλά για χρόνια τους δαπανούσε κατακερματισμένα.
Κάθε χώρα αγόραζε διαφορετικά οπλικά συστήματα, διαφορετικά πυρομαχικά και διαφορετικές τεχνολογίες.
Αυτό περιορίζει τις οικονομίες κλίμακας.
Το 2025, μόλις περίπου 24% των δαπανών εξοπλισμού αφορούσε συνεργατικές προμήθειες μεταξύ κρατών-μελών.
Από οικονομική άποψη, αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη μπορεί να ξοδεύει τεράστια ποσά χωρίς να αποκτά την αντίστοιχη βιομηχανική αποτελεσματικότητα.
Η κοινή προμήθεια μπορεί να μειώσει το μοναδιαίο κόστος, να δημιουργήσει μεγαλύτερες γραμμές παραγωγής και να αυξήσει τη διαλειτουργικότητα των ευρωπαϊκών ενόπλων δυνάμεων.
Το SAFE αλλάζει το μοντέλο χρηματοδότησης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δημιουργήσει το χρηματοδοτικό εργαλείο SAFE, ύψους 150 δισ. ευρώ, για τη χρηματοδότηση κοινών αμυντικών προμηθειών.
Η Ελλάδα έχει συνολική κατανομή 787,7 εκατ. ευρώ και τον Ιούλιο του 2026 έλαβε την πρώτη προκαταβολή, ύψους 118,2 εκατ. ευρώ.
Το SAFE αποτελεί μέρος της ευρύτερης στρατηγικής Readiness 2030, μέσω της οποίας η ΕΕ επιδιώκει να κινητοποιήσει πάνω από 800 δισ. ευρώ επενδύσεων στην άμυνα.
Η αλλαγή είναι σημαντική.
Για πρώτη φορά η κοινή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση χρησιμοποιείται σε τέτοια κλίμακα για να ενισχύσει την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία.
Το δημοσιονομικό κόστος δεν εξαφανίζεται
Υπάρχει όμως και η δύσκολη πλευρά.
Κάθε ευρώ που δαπανάται για την άμυνα είναι ένα ευρώ που δεν μπορεί ταυτόχρονα να χρησιμοποιηθεί για άλλο σκοπό, εκτός εάν αυξηθούν οι φόροι ή ο δανεισμός.
Η Ευρώπη πρέπει ήδη να χρηματοδοτήσει:
- γηράσκοντα ασφαλιστικά συστήματα,
- την πράσινη μετάβαση,
- την ενεργειακή ασφάλεια,
- την ψηφιακή μετάβαση,
- την Υγεία,
- και την κλιματική προσαρμογή.
Τώρα προστίθεται και μία πολύ μεγαλύτερη αμυντική υποχρέωση.
Η Γερμανία, για παράδειγμα, σχεδιάζει τεράστια αύξηση δανεισμού για άμυνα και υποδομές, με τις δαπάνες τόκων να προβλέπεται να αυξηθούν από περίπου 41,9 δισ. ευρώ το 2027 σε 80,7 δισ. ευρώ το 2030.
Άρα η ασφάλεια έχει πραγματικό οικονομικό τίμημα.
Η σωστή σύγκριση δεν είναι «όπλα ή σχολεία»
Η δημόσια συζήτηση συχνά παρουσιάζει μια απλοποιημένη επιλογή: περισσότερη άμυνα σημαίνει λιγότερη κοινωνική πολιτική.
Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Ένα κράτος χωρίς επαρκή ασφάλεια μπορεί να υποστεί οικονομικές ζημιές πολύ μεγαλύτερες από το κόστος της άμυνας.
Από την άλλη, υπερβολική ή αναποτελεσματική στρατιωτική δαπάνη μπορεί να εκτοπίσει παραγωγικές επενδύσεις.
Το οικονομικό ερώτημα επομένως δεν είναι:
«Πρέπει να δαπανούμε για την άμυνα;»
Είναι:
«Πόση άμυνα χρειαζόμαστε και πόση οικονομική και τεχνολογική αξία δημιουργούμε από κάθε ευρώ που δαπανούμε;»
Η ευκαιρία για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η ευρωπαϊκή στροφή μπορεί να αποτελέσει ιδιαίτερη ευκαιρία.
Η χώρα ήδη διαθέτει υψηλές αμυντικές ανάγκες. Αν μεγαλύτερο μέρος των δαπανών συνδεθεί με εγχώρια ναυπηγεία, ηλεκτρονικά συστήματα, drones, κυβερνοασφάλεια, έρευνα και συνεργασίες με ελληνικά πανεπιστήμια, ένα μέρος του δημοσιονομικού κόστους μπορεί να επιστρέφει στην οικονομία ως παραγωγή και τεχνογνωσία.
Το κρίσιμο είναι να μην αντιμετωπιστεί η άμυνα μόνο ως αγορά έτοιμου εξοπλισμού, αλλά και ως δυνατότητα ανάπτυξης εγχώριου παραγωγικού κεφαλαίου.
Η ετυμηγορία του οικονομολόγου
Τα 454 δισ. ευρώ ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών το 2026 δείχνουν ότι η οικονομία της Ευρώπης αλλάζει προτεραιότητες.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι πλέον αν η Ευρώπη θα ξοδέψει περισσότερα για την άμυνα. Αυτό ήδη συμβαίνει.
Το ερώτημα είναι αν αυτά τα χρήματα θα δημιουργήσουν ευρωπαϊκή παραγωγική ικανότητα, τεχνολογία και στρατηγική αυτονομία, ή αν θα μετατραπούν κυρίως σε μεγαλύτερο δημόσιο χρέος και εισαγωγές οπλικών συστημάτων.
Η άμυνα είναι απαραίτητο κόστος ασφάλειας. Μπορεί όμως να γίνει και επένδυση, εφόσον κάθε πρόσθετο ευρώ ενισχύει όχι μόνο τη στρατιωτική ισχύ αλλά και την τεχνολογική και βιομηχανική βάση της Ευρώπης.
Εκεί θα κριθεί αν η νέα εποχή των αμυντικών δαπανών θα αποτελέσει οικονομικό βάρος ή στρατηγική επένδυση.