Home Articles Παιδεία στην Ελλάδα: Γιατί βρισκόμαστε στην προτελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Παιδεία στην Ελλάδα: Γιατί βρισκόμαστε στην προτελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

by Ageliki Anagnostou

Παιδεία στην Ελλάδα: Γιατί βρισκόμαστε στην προτελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Τα νέα στοιχεία της Eurostat προκαλούν εύλογη ανησυχία: το 2023 η Ελλάδα διέθεσε για τη δημόσια εκπαίδευση ποσό που αντιστοιχούσε μόλις στο 3,3% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος της. Πρόκειται για τη δεύτερη χαμηλότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πάνω μόνο από τη Ρουμανία.

Ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν 4,7% του ΑΕΠ. Στην κορυφή βρίσκονταν η Σουηδία με 6,8%, η Φινλανδία με 6,3% και το Βέλγιο με 6,2%.

Ο τίτλος ότι η Ελλάδα βρίσκεται «στον πάτο της Ευρώπης» είναι δημοσιογραφικά έντονος, αλλά ως προς τον συγκεκριμένο δείκτη ανταποκρίνεται στα στοιχεία. Δεν σημαίνει, όμως, ότι κάθε ελληνικό σχολείο είναι το δεύτερο χειρότερο στην Ευρώπη ή ότι η ποιότητα της εκπαίδευσης καθορίζεται αποκλειστικά από το ύψος των δαπανών.

Ο δείκτης αποκαλύπτει κάτι πιο συγκεκριμένο και πολιτικά σημαντικό: η Ελλάδα διαθέτει για την εκπαίδευση πολύ μικρότερο τμήμα του εθνικού της εισοδήματος από εκείνο που διαθέτει κατά μέσο όρο η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τι ακριβώς μετρά η Eurostat

Τα δεδομένα αφορούν τις δημόσιες δαπάνες για εκπαιδευτικά ιδρύματα από την προσχολική έως και την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων:

  • μισθοί εκπαιδευτικών και άλλου προσωπικού,
  • λειτουργικές δαπάνες σχολείων και πανεπιστημίων,
  • κτιριακές και ψηφιακές υποδομές,
  • εκπαιδευτικό υλικό,
  • έρευνα που πραγματοποιείται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση,
  • ορισμένες μεταβιβάσεις και μορφές φοιτητικής υποστήριξης.

Η σύγκριση γίνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ, ώστε να αποτυπώνεται η σχετική προτεραιότητα που δίνει κάθε χώρα στην εκπαίδευση σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της.

Δεν πρόκειται για τη δαπάνη του προϋπολογισμού ενός μόνο υπουργείου. Ούτε περιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο όλες οι ιδιωτικές δαπάνες των νοικοκυριών, όπως φροντιστήρια, ιδιαίτερα μαθήματα, ιδιωτικά σχολεία και έξοδα σπουδών.

Τι σημαίνει στην πράξη το 3,3%

Η Ελλάδα διέθεσε κάτι λιγότερο από 7,5 δισ. ευρώ για τις εκπαιδευτικές δαπάνες που καλύπτει ο συγκεκριμένος ευρωπαϊκός δείκτης.

Για κάθε 100 ευρώ που παρήγαγε η ελληνική οικονομία, περίπου 3,30 ευρώ κατευθύνονταν στη δημόσια εκπαίδευση. Ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 4,70 ευρώ.

Η απόσταση των 1,4 ποσοστιαίων μονάδων είναι μεγάλη. Εάν η Ελλάδα διέθετε ποσοστό ίσο με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η ετήσια χρηματοδότηση θα ήταν —με βάση το μέγεθος του ΑΕΠ εκείνης της περιόδου— περίπου 3 δισ. ευρώ υψηλότερη.

Ο υπολογισμός είναι ενδεικτικός και όχι πρόταση για άμεση μηχανική αύξηση του προϋπολογισμού. Δείχνει, όμως, το πραγματικό μέγεθος της χρηματοδοτικής απόστασης.

Η χαμηλή θέση δεν είναι προσωρινό φαινόμενο

Το 2022 η Ελλάδα βρισκόταν επίσης στις τελευταίες θέσεις, με δημόσιες εκπαιδευτικές δαπάνες περίπου 3,4% του ΑΕΠ, έναντι 4,6% στην ΕΕ. Το 2023 το ελληνικό ποσοστό υποχώρησε στο 3,3%, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώθηκε στο 4,7%.

Άρα δεν πρόκειται για μια στατιστική ιδιομορφία μιας χρονιάς. Η υποχρηματοδότηση έχει διαρθρωτικό χαρακτήρα και συνδέεται με:

  • τις συνέπειες της δεκαετούς οικονομικής κρίσης,
  • τη μεγάλη μείωση των δημόσιων δαπανών μετά το 2010,
  • τους περιορισμούς του δημόσιου χρέους,
  • την απώλεια πραγματικών εισοδημάτων των εκπαιδευτικών,
  • τις καθυστερήσεις σε υποδομές και εξοπλισμό,
  • τη χαμηλή πολιτική προτεραιότητα της εκπαίδευσης σε σχέση με άλλες δαπάνες.

Η οικονομία ανέκαμψε μετά την πανδημία, αλλά η χρηματοδότηση της εκπαίδευσης δεν αυξήθηκε αναλογικά ώστε να καλύψει την απόσταση από την Ευρώπη.

Τι δείχνουν τα στοιχεία ανά μαθητή

Το ποσοστό του ΑΕΠ δεν είναι ο μοναδικός κρίσιμος δείκτης. Πρέπει επίσης να εξετάζεται πόσα χρήματα αντιστοιχούν σε κάθε μαθητή ή φοιτητή.

Σύμφωνα με την έκθεση «Education at a Glance 2025» του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα δαπανά από δημόσιους πόρους περίπου 6.420 δολάρια αγοραστικής δύναμης ανά μαθητή από την πρωτοβάθμια έως τη μεταδευτεροβάθμια μη πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Το ποσό βρίσκεται στο χαμηλό τμήμα της κατάταξης των χωρών του ΟΟΣΑ.

Η εικόνα είναι ακόμη πιο προβληματική στην τριτοβάθμια εκπαίδευση:

  • Ελλάδα: περίπου 4.497 δολάρια ανά φοιτητή,
  • μέσος όρος ΟΟΣΑ: περίπου 15.102 δολάρια.

Η τεράστια απόσταση επηρεάζει:

  • την αναλογία διδασκόντων προς φοιτητές,
  • τα εργαστήρια,
  • τις βιβλιοθήκες,
  • τη φοιτητική μέριμνα,
  • την έρευνα,
  • τον εξοπλισμό,
  • τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των πανεπιστημίων.

Η Ελλάδα διαθέτει πανεπιστήμια και ερευνητές με σημαντικές επιτυχίες. Πολύ συχνά, όμως, αυτές οι επιτυχίες επιτυγχάνονται παρά τους περιορισμένους πόρους και όχι χάρη σε ένα επαρκώς χρηματοδοτούμενο σύστημα.

Οι χαμηλοί μισθοί των εκπαιδευτικών

Η μεγαλύτερη κατηγορία εκπαιδευτικών δαπανών αφορά το ανθρώπινο δυναμικό. Επομένως, η χαμηλή συνολική χρηματοδότηση αντανακλάται άμεσα στις αμοιβές των εκπαιδευτικών.

Ο ΟΟΣΑ καταγράφει ότι οι πραγματικές αποδοχές των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα είναι περίπου 31% χαμηλότερες από τις αποδοχές άλλων εργαζομένων πλήρους απασχόλησης με πανεπιστημιακή μόρφωση. Η αντίστοιχη μέση διαφορά στον ΟΟΣΑ είναι περίπου 17%.

Επιπλέον, οι μισθοί των Ελλήνων εκπαιδευτικών υποχώρησαν δραματικά κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ, οι αποδοχές εκπαιδευτικού με 15 χρόνια υπηρεσίας είχαν μειωθεί περίπου 35% σε πραγματικούς όρους σε σχέση με το 2010.

Η κατάσταση επιβαρύνεται από:

  • το υψηλό κόστος στέγασης,
  • τις τοποθετήσεις αναπληρωτών μακριά από τον τόπο κατοικίας τους,
  • τις καθυστερημένες προσλήψεις,
  • την ανάγκη πληρωμής δύο κατοικιών,
  • τη δυσκολία εξεύρεσης στέγης σε τουριστικές περιοχές και νησιά.

Όταν ένας εκπαιδευτικός δεν μπορεί να βρει οικονομικά προσιτή κατοικία στον τόπο διορισμού του, το πρόβλημα παύει να είναι αποκλειστικά μισθολογικό. Μετατρέπεται σε άμεσο κίνδυνο για τη λειτουργία των σχολείων.

Οι οικογένειες καλύπτουν το χρηματοδοτικό κενό

Η χαμηλή δημόσια χρηματοδότηση δεν σημαίνει ότι η ελληνική κοινωνία δαπανά λίγα για την εκπαίδευση. Σημαίνει ότι μεγάλο μέρος του κόστους μεταφέρεται στις οικογένειες.

Τα ελληνικά νοικοκυριά πληρώνουν για:

  • φροντιστήρια,
  • ιδιαίτερα μαθήματα,
  • ξένες γλώσσες,
  • προετοιμασία για τις πανελλαδικές εξετάσεις,
  • σπουδές παιδιών σε άλλη πόλη,
  • ιδιωτικούς βρεφονηπιακούς σταθμούς,
  • μεταπτυχιακές σπουδές,
  • ηλεκτρονικό εξοπλισμό και εκπαιδευτικό υλικό.

Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: η δημόσια δαπάνη είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη, αλλά το πραγματικό εκπαιδευτικό κόστος για μια οικογένεια μπορεί να είναι ιδιαίτερα υψηλό.

Το αποτέλεσμα είναι κοινωνικά άνισο. Οι οικογένειες με υψηλότερα εισοδήματα μπορούν να αγοράσουν συμπληρωματική εκπαίδευση. Οι οικονομικά ασθενέστερες εξαρτώνται αποκλειστικά από ένα δημόσιο σύστημα που διαθέτει λιγότερους πόρους.

Η υποχρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης λειτουργεί, επομένως, και ως μηχανισμός αναπαραγωγής των ανισοτήτων.

Χαμηλές δαπάνες σημαίνουν αυτομάτως χαμηλή ποιότητα;

Όχι αυτομάτως. Τα χρήματα αποτελούν αναγκαία αλλά όχι επαρκή συνθήκη.

Ένα εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να αυξάνει τις δαπάνες χωρίς να βελτιώνει αναλογικά τα αποτελέσματα, εάν:

  • οι πόροι κατανέμονται χωρίς αξιολόγηση αναγκών,
  • διατηρούνται αναποτελεσματικές δομές,
  • δεν υποστηρίζονται οι εκπαιδευτικοί,
  • οι μεταρρυθμίσεις αλλάζουν με κάθε κυβέρνηση,
  • δεν υπάρχει αξιόπιστη αξιολόγηση προγραμμάτων,
  • η γραφειοκρατία απορροφά χρόνο και χρήμα.

Ωστόσο, η Ελλάδα δεν βρίσκεται απλώς λίγο κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Βρίσκεται σταθερά στις τελευταίες θέσεις τόσο ως ποσοστό του ΑΕΠ όσο και ως δαπάνη ανά μαθητή ή φοιτητή.

Σε αυτό το επίπεδο, η καλύτερη διαχείριση από μόνη της δεν αρκεί. Απαιτούνται και περισσότεροι πόροι.

Τι δείχνουν τα μαθησιακά αποτελέσματα

Στο πρόγραμμα PISA 2022 του ΟΟΣΑ, οι 15χρονοι μαθητές στην Ελλάδα κατέγραψαν μέσες επιδόσεις:

  • 430 μονάδες στα μαθηματικά,
  • 438 στην κατανόηση κειμένου,
  • 441 στις φυσικές επιστήμες.

Οι επιδόσεις ήταν χαμηλότερες από τους μέσους όρους του ΟΟΣΑ και παρουσίασαν αισθητή υποχώρηση σε σχέση με προηγούμενες μετρήσεις.

Τα αποτελέσματα επηρεάστηκαν από την πανδημία, όπως συνέβη σε πολλές χώρες. Η Ελλάδα, όμως, αντιμετωπίζει και παλαιότερα προβλήματα:

  • αποστήθιση αντί κατανόησης,
  • εξετασιοκεντρική εκπαίδευση,
  • αδυναμία σύνδεσης γνώσεων και πρακτικής εφαρμογής,
  • περιορισμένη υποστήριξη μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες,
  • ελλείψεις σε ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό,
  • ανισότητες μεταξύ περιοχών και κοινωνικών ομάδων.

Το γεγονός ότι οι οικογένειες πληρώνουν μεγάλα ποσά για φροντιστήρια, ενώ οι μέσες επιδόσεις παραμένουν χαμηλές, δείχνει ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο το συνολικό ύψος των χρημάτων. Είναι και η δομή του ελληνικού εκπαιδευτικού μοντέλου.

Μήπως η δημογραφική μείωση δικαιολογεί τη χαμηλότερη δαπάνη;

Η Ελλάδα έχει λιγότερα παιδιά λόγω της υπογεννητικότητας. Θεωρητικά, ένας μικρότερος μαθητικός πληθυσμός θα μπορούσε να επιτρέπει μικρότερη συνολική δαπάνη.

Δεν δικαιολογεί, όμως, αυτομάτως το χαμηλό ποσοστό του ΑΕΠ ή τη χαμηλή χρηματοδότηση ανά μαθητή.

Η δημογραφική μείωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ευκαιρία για:

  • μικρότερα τμήματα,
  • ενισχυτική διδασκαλία,
  • ολοήμερο σχολείο,
  • καλύτερη ειδική αγωγή,
  • αναβάθμιση περιφερειακών σχολείων,
  • εξατομικευμένη υποστήριξη.

Αντίθετα, όταν χρησιμοποιείται μόνο για συγχωνεύσεις και περιορισμό προσωπικού, μπορεί να επιδεινώσει την πρόσβαση στην εκπαίδευση, ιδιαίτερα σε νησιωτικές και ορεινές περιοχές.

Πού πρέπει να κατευθυνθούν οι πρόσθετοι πόροι

Μια αύξηση των εκπαιδευτικών δαπανών χρειάζεται σαφείς και μετρήσιμες προτεραιότητες.

1. Εκπαιδευτικοί

  • αύξηση πραγματικών αποδοχών,
  • έγκαιρες και μόνιμες προσλήψεις,
  • στεγαστική υποστήριξη σε νησιά και ακριβές περιοχές,
  • συστηματική επιμόρφωση,
  • διοικητική και ψυχολογική υποστήριξη.

2. Σχολικές υποδομές

  • αντισεισμικός και στατικός έλεγχος,
  • σύγχρονα εργαστήρια,
  • θέρμανση και ενεργειακή αναβάθμιση,
  • ασφαλείς αθλητικοί χώροι,
  • καθολική πρόσβαση για μαθητές με αναπηρία.

3. Προσχολική αγωγή και ειδική εκπαίδευση

Η πρώιμη παρέμβαση αποδίδει πολύ μεγαλύτερα κοινωνικά και οικονομικά οφέλη από την καθυστερημένη αντιμετώπιση των προβλημάτων.

4. Πανεπιστήμια και έρευνα

  • προσλήψεις νέων μελών ΔΕΠ,
  • χρηματοδότηση εργαστηρίων,
  • φοιτητικές εστίες,
  • ψηφιακές βιβλιοθήκες,
  • διεθνή ερευνητικά δίκτυα,
  • περιορισμός της φυγής νέων επιστημόνων.

5. Φοιτητική μέριμνα

Η Eurostat είχε καταγράψει εξαιρετικά χαμηλή άμεση οικονομική ενίσχυση προς τους Έλληνες φοιτητές. Η στέγαση, η σίτιση και οι υποτροφίες πρέπει να αποτελούν μέρος της εκπαιδευτικής πολιτικής και όχι δευτερεύουσα κοινωνική παροχή.

Πηγές

Η Ετυμηγορία του Οικονομολόγου

Ο τίτλος ότι η Ελλάδα βρίσκεται «στον πάτο της Ευρώπης» είναι έντονος, αλλά ο βασικός ισχυρισμός είναι ακριβής: με δημόσια εκπαιδευτική δαπάνη 3,3% του ΑΕΠ, η χώρα βρισκόταν το 2023 στην προτελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πάνω μόνο από τη Ρουμανία.

Ο δείκτης δεν αποδεικνύει από μόνος του ότι η Ελλάδα έχει το δεύτερο χειρότερο εκπαιδευτικό σύστημα. Αποδεικνύει, όμως, ότι το ελληνικό κράτος δίνει στην εκπαίδευση πολύ μικρότερη δημοσιονομική προτεραιότητα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για τη δαπάνη ανά μαθητή, τη χρηματοδότηση των πανεπιστημίων και τις αποδοχές των εκπαιδευτικών επιβεβαιώνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς στατιστικό.

Η αύξηση της χρηματοδότησης είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί η εγγραφή μεγαλύτερων ποσών στον προϋπολογισμό. Χρειάζεται πολυετές σχέδιο με μετρήσιμους στόχους, ανεξάρτητη αξιολόγηση και προτεραιότητα στους εκπαιδευτικούς, στην προσχολική αγωγή, στην ειδική εκπαίδευση, στις υποδομές και στη φοιτητική μέριμνα.

Η εκπαίδευση δεν είναι καταναλωτική δαπάνη που μπορεί να περικοπεί χωρίς μακροχρόνιο κόστος. Είναι επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στην παραγωγικότητα, στην κοινωνική κινητικότητα και τελικά στη δημοκρατική ανθεκτικότητα της χώρας.

Μια οικονομία που εξοικονομεί σήμερα από τα σχολεία της πληρώνει αύριο πολλαπλάσια σε χαμηλότερη παραγωγικότητα, ανισότητες, φυγή νέων επιστημόνων και χαμένες ευκαιρίες ανάπτυξης.

Related Articles