Home Articles Οι τραπεζικές διασώσεις στην Ελλάδα: Έσωσαν τις τράπεζες αλλά εγκατέλειψαν τους πολίτες;

Οι τραπεζικές διασώσεις στην Ελλάδα: Έσωσαν τις τράπεζες αλλά εγκατέλειψαν τους πολίτες;

by Ageliki Anagnostou

Οι τραπεζικές διασώσεις στην Ελλάδα: Έσωσαν τις τράπεζες αλλά εγκατέλειψαν τους πολίτες;

Μια ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα εμφανίζει τους Αλέξη Τσίπρα, Νίκο Ανδρουλάκη και Κυριάκο Μητσοτάκη και υποστηρίζει:

«Αυτοί που προτίμησαν να ξοδέψουν δισεκατομμύρια για να σώσουν τις τράπεζες αλλά όχι τους πολίτες τώρα θέλουν την ψήφο σας. Ας τους ψηφίσουν οι τράπεζες».

Το μήνυμα εκφράζει ένα υπαρκτό κοινωνικό παράπονο. Κατά τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης διατέθηκαν δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ για την ανακεφαλαιοποίηση και εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, ενώ οι πολίτες αντιμετώπισαν περικοπές εισοδημάτων, αυξημένους φόρους, ανεργία, απώλεια περιουσίας και περιορισμό κοινωνικών δαπανών.

Ωστόσο, η εικόνα χρειάζεται οικονομική ακρίβεια. Τα ποσά των τραπεζικών διασώσεων δεν εγκρίθηκαν όλα από τους τρεις πολιτικούς που παρουσιάζονται, δεν κατέληξαν όλα στους τραπεζίτες και δεν αποτελούσαν απλές δωρεές. Χρησιμοποιήθηκαν για διαφορετικές ανακεφαλαιοποιήσεις, καλύψεις χρηματοδοτικών κενών, εξυγιάνσεις προβληματικών τραπεζών και προστασία των καταθέσεων.

Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν έπρεπε να προστατευθεί το τραπεζικό σύστημα. Μια ανεξέλεγκτη κατάρρευσή του θα κατέστρεφε επιχειρήσεις, αποταμιεύσεις και θέσεις εργασίας. Το ερώτημα είναι γιατί τόσο μεγάλο μέρος του κόστους μεταφέρθηκε στο Δημόσιο, γιατί οι πολίτες δεν προστατεύθηκαν με αντίστοιχη αποφασιστικότητα και γιατί το κράτος ανέκτησε μόνο μέρος της αξίας των κεφαλαίων που επένδυσε.

Πόσα χρήματα διατέθηκαν πραγματικά

Στη δημόσια συζήτηση εμφανίζονται ποσά που κυμαίνονται από 40 έως και πάνω από 200 δισ. ευρώ. Οι διαφορές οφείλονται στο ότι συχνά προστίθενται ανόμοια μεγέθη:

  • πραγματικές κεφαλαιακές ενισχύσεις,
  • προσωρινές εγγυήσεις του Δημοσίου,
  • έκτακτη ρευστότητα από το Ευρωσύστημα,
  • δάνεια των μνημονιακών προγραμμάτων,
  • κόστος εξυγίανσης μικρότερων τραπεζών,
  • θεωρητικά ανώτατα όρια που δεν χρησιμοποιήθηκαν πλήρως.

Το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας δημιουργήθηκε το 2010 για να στηρίξει τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος. Κατά τη διάρκεια της κρίσης διοχέτευσε περίπου 50 δισ. ευρώ σε συστημικές και μικρότερες τράπεζες, είτε με κεφαλαιακές συμμετοχές είτε μέσω διαδικασιών εξυγίανσης.

Το μεγαλύτερο μέρος των αρχικών παρεμβάσεων πραγματοποιήθηκε την περίοδο 2012–2013. Σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ, μόνο για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες η επίσημη κεφαλαιακή ενίσχυση του 2013 ήταν περίπου:

  • 8,7 δισ. ευρώ για την Εθνική Τράπεζα,
  • 5,8 δισ. για τη Eurobank,
  • 4 δισ. για την Alpha Bank,
  • 6,4 δισ. για την Τράπεζα Πειραιώς.

Πρόσθετα δισεκατομμύρια απαιτήθηκαν για την εξυγίανση της Αγροτικής Τράπεζας, του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, της Proton Bank και άλλων μικρότερων ιδρυμάτων.

Το 2015 χρειάστηκε νέα ανακεφαλαιοποίηση, μετά τη νέα ύφεση, τη φυγή καταθέσεων, την επιβολή κεφαλαιακών ελέγχων και την επιδείνωση των τραπεζικών χαρτοφυλακίων.

Τα 50 δισ. δεν είναι το ίδιο με το σύνολο των μνημονίων

Τα τρία ελληνικά προγράμματα χρηματοδοτικής στήριξης ήταν πολύ μεγαλύτερα από το ποσό που χρησιμοποιήθηκε για τις τράπεζες. Τα χρήματα των μνημονίων κάλυψαν:

  • λήξεις και αναχρηματοδότηση δημόσιου χρέους,
  • δημοσιονομικές ανάγκες,
  • τόκους,
  • εξόφληση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων,
  • την επαναγορά χρέους,
  • την ανακεφαλαιοποίηση και εξυγίανση τραπεζών.

Το δεύτερο πρόγραμμα προέβλεπε σημαντικό απόθεμα για το τραπεζικό σύστημα. Από αυτό, 10,9 δισ. ευρώ που είχαν δεσμευθεί αλλά δεν χρησιμοποιήθηκαν επιστράφηκαν το 2015 στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Επομένως, είναι λανθασμένο να παρουσιάζεται το σύνολο των μνημονιακών δανείων ως χρήματα που «δόθηκαν στις τράπεζες». Η τραπεζική διάσωση αποτέλεσε πολύ μεγάλο μέρος του κόστους, αλλά όχι ολόκληρο το πρόγραμμα.

Γιατί χρειάστηκαν οι ανακεφαλαιοποιήσεις

Οι ελληνικές τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωπες με τέσσερα ταυτόχρονα σοκ.

1. Το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων

Οι τράπεζες κατείχαν μεγάλες ποσότητες ελληνικού δημόσιου χρέους. Με το PSI του 2012 υπέστησαν σημαντικές λογιστικές και πραγματικές ζημίες.

Το PSI μείωσε την ονομαστική αξία των ομολόγων που κατείχαν ιδιώτες επενδυτές, αλλά αποδυνάμωσε παράλληλα τους ισολογισμούς των ελληνικών τραπεζών και των ασφαλιστικών ταμείων.

2. Η έκρηξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων

Η βαθιά ύφεση, η ανεργία και η μείωση των εισοδημάτων οδήγησαν νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε αδυναμία αποπληρωμής. Τα «κόκκινα» δάνεια αυξήθηκαν σε πρωτοφανή επίπεδα.

3. Η φυγή καταθέσεων

Η αβεβαιότητα για την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ προκάλεσε μεγάλες εκροές καταθέσεων. Οι τράπεζες εξαρτήθηκαν όλο και περισσότερο από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τον μηχανισμό έκτακτης ρευστότητας.

4. Προϋπάρχουσες αδυναμίες

Πριν από την κρίση είχαν συσσωρευθεί προβλήματα εταιρικής διακυβέρνησης, υψηλός δανεισμός, ανεπαρκής αξιολόγηση κινδύνου και προβληματικές σχέσεις μεταξύ τραπεζών, επιχειρηματικών ομίλων, κομμάτων και μέσων ενημέρωσης.

Επομένως, η τραπεζική κρίση δεν ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα ούτε της δημοσιονομικής κρίσης ούτε της κακής τραπεζικής διοίκησης. Ήταν συνδυασμός των δύο, ενισχυμένος από την εξαιρετικά βαθιά και παρατεταμένη ύφεση.

Τι θα συνέβαινε αν το κράτος άφηνε τις τράπεζες να καταρρεύσουν

Η φράση «να μην είχαν σωθεί οι τράπεζες» ακούγεται ελκυστική, αλλά κρύβει το κόστος της εναλλακτικής.

Οι τράπεζες δεν είναι μόνο οι μέτοχοι και τα ανώτατα στελέχη τους. Είναι επίσης:

  • οι καταθέσεις των νοικοκυριών,
  • οι λογαριασμοί μισθοδοσίας,
  • οι συντάξεις,
  • οι πληρωμές των επιχειρήσεων,
  • η χρηματοδότηση του εμπορίου,
  • τα συστήματα καρτών και μεταφορών,
  • τα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια.

Μια ανεξέλεγκτη κατάρρευση των συστημικών τραπεζών θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλειες καταθέσεων, παράλυση των συναλλαγών, κατάρρευση χιλιάδων επιχειρήσεων και ακόμη μεγαλύτερη ανεργία.

Η προστασία του τραπεζικού συστήματος ήταν, λοιπόν, ταυτόχρονα προστασία μιας κρίσιμης δημόσιας οικονομικής υποδομής. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έπρεπε να προστατευθούν χωρίς όρους οι προηγούμενοι μέτοχοι, οι διοικήσεις ή οι μεγάλοι πιστωτές.

Ποιος τελικά πλήρωσε

Το Δημόσιο δανείστηκε για να χρηματοδοτήσει τις τραπεζικές παρεμβάσεις. Σε αντάλλαγμα, το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας απέκτησε μετοχές και άλλα δικαιώματα στις τράπεζες.

Θεωρητικά, εάν οι τράπεζες ανέκαμπταν και οι μετοχές πωλούνταν σε υψηλές τιμές, το κράτος θα μπορούσε να ανακτήσει σημαντικό μέρος της επένδυσης.

Στην πράξη, όμως, οι επαναλαμβανόμενες ανακεφαλαιοποιήσεις οδήγησαν σε τεράστια απομείωση της αξίας των παλαιότερων κρατικών συμμετοχών. Ιδιαίτερα η ανακεφαλαιοποίηση του 2015 πραγματοποιήθηκε σε εξαιρετικά χαμηλές αποτιμήσεις. Έτσι, το ποσοστό του Δημοσίου περιορίστηκε σημαντικά, ενώ ιδιώτες επενδυτές απέκτησαν μεγάλες συμμετοχές με σχετικά μικρότερα κεφάλαια.

Από το 2023 έως το 2024, το ΤΧΣ πούλησε τις περισσότερες συμμετοχές του:

  • περίπου 94 εκατ. ευρώ από τη Eurobank,
  • περίπου 293 εκατ. από την Alpha Bank,
  • περίπου 1,35 δισ. από την Τράπεζα Πειραιώς,
  • περίπου 1,76 δισ. από τις δύο πωλήσεις μετοχών της Εθνικής Τράπεζας.

Οι πωλήσεις απέφεραν συνολικά αρκετά δισεκατομμύρια και πραγματοποιήθηκαν με ισχυρή επενδυτική ζήτηση. Ωστόσο, τα άμεσα έσοδα από τις μετοχές ήταν πολύ χαμηλότερα από τα συνολικά δημόσια κεφάλαια που είχαν χρησιμοποιηθεί στις ανακεφαλαιοποιήσεις και εξυγιάνσεις.

Η πλήρης αποτίμηση πρέπει να περιλαμβάνει επίσης τόκους, προμήθειες, κουπόνια, επιστροφές κεφαλαίων και περιουσιακά στοιχεία που παρέμειναν στο Δημόσιο. Ακόμη και με αυτά, όμως, η άμεση δημοσιονομική ζημία υπήρξε πολύ μεγάλη.

Έσωσαν τουλάχιστον τις καταθέσεις των πολιτών;

Σε μεγάλο βαθμό, ναι. Οι ανακεφαλαιοποιήσεις και οι εξυγιάνσεις απέτρεψαν μια γενικευμένη απώλεια καταθέσεων. Στις περιπτώσεις τραπεζών που έκλεισαν, οι υγιείς καταθέσεις και δραστηριότητες μεταφέρθηκαν συνήθως σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα.

Αυτό ήταν άμεσο όφελος για τους πολίτες. Δεν είναι, όμως, το ίδιο με κοινωνική αποζημίωση.

Ένας καταθέτης μπορεί να διατήρησε τις αποταμιεύσεις του, αλλά ταυτόχρονα να έχασε:

  • μέρος του εισοδήματός του,
  • τη θέση εργασίας του,
  • κοινωνικές παροχές,
  • την αξία της περιουσίας του,
  • τη δυνατότητα να εξυπηρετεί το δάνειό του,
  • την πρόσβαση σε νέα χρηματοδότηση.

Η προστασία της κατάθεσης δεν ακυρώνει τις υπόλοιπες απώλειες που προκάλεσαν η ύφεση και η δημοσιονομική προσαρμογή.

Προστατεύθηκαν οι μέτοχοι και οι τραπεζίτες;

Οι παλαιοί μέτοχοι των τραπεζών υπέστησαν πολύ μεγάλες απώλειες και σοβαρή αραίωση των συμμετοχών τους. Πολλοί ιδιώτες επενδυτές έχασαν σχεδόν ολόκληρη την αξία των τραπεζικών μετοχών τους.

Άρα δεν είναι ακριβές ότι κάθε ιδιώτης ιδιοκτήτης τράπεζας «διασώθηκε» χωρίς κόστος.

Ωστόσο, η δημόσια λογοδοσία των διοικήσεων υπήρξε περιορισμένη σε σχέση με την κλίμακα της ζημίας. Δεν δημιουργήθηκε στους πολίτες η αίσθηση ότι εκείνοι που ενέκριναν επισφαλή δάνεια, διαχειρίστηκαν προβληματικά πιστωτικά ιδρύματα ή διατηρούσαν προνομιακές σχέσεις με οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα πλήρωσαν ανάλογο τίμημα.

Εδώ βρίσκεται ένα από τα ισχυρότερα σημεία της κοινωνικής κριτικής: η διάσωση του συστήματος δεν συνοδεύτηκε πάντα από επαρκή αλλαγή διοικήσεων, πλήρη διερεύνηση ευθυνών και διαφανή κατανομή των ζημιών.

Οι τρεις πολιτικοί της εικόνας έχουν την ίδια ευθύνη;

Η εικόνα εξισώνει διαφορετικές περιόδους και διαφορετικούς θεσμικούς ρόλους.

Η μεγαλύτερη ανακεφαλαιοποίηση πραγματοποιήθηκε το 2012–2013, επί κυβέρνησης Αντώνη Σαμαρά, πριν ο Κυριάκος Μητσοτάκης γίνει πρωθυπουργός και πριν ο Νίκος Ανδρουλάκης αναλάβει την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ.

Η ανακεφαλαιοποίηση του 2015 πραγματοποιήθηκε επί κυβέρνησης Αλέξη Τσίπρα και συνδέθηκε με την αναζωπύρωση της κρίσης, τις εκροές καταθέσεων, την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς ελέγχους.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη διαχειρίστηκε κυρίως τη μείωση των «κόκκινων» δανείων μέσω του προγράμματος «Ηρακλής» και την αποεπένδυση του ΤΧΣ από τις συστημικές τράπεζες.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν διετέλεσε πρωθυπουργός ή υπουργός Οικονομικών και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτελεστικά υπεύθυνος για τις ανακεφαλαιοποιήσεις. Μπορεί να κριθεί πολιτικά για τις θέσεις και τις ψήφους του, όχι όμως ως κυβερνητικός διαχειριστής των διασώσεων.

Η συλλογική πολιτική ευθύνη του συστήματος είναι υπαρκτή. Η προσωπική και χρονική ευθύνη, όμως, δεν είναι ίδια για όλους.

Τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά

Η σταθεροποίηση των τραπεζών θα ήταν κοινωνικά δικαιότερη εάν συνοδευόταν από:

  • αυστηρότερη λογοδοσία των διοικήσεων,
  • περιορισμούς σε αμοιβές και μπόνους,
  • μεγαλύτερη προστασία της κύριας κατοικίας των πραγματικά αδύναμων,
  • αποτελεσματικότερο πλαίσιο ρύθμισης ιδιωτικού χρέους,
  • ισχυρή συμμετοχή του Δημοσίου στη μελλοντική άνοδο της αξίας,
  • διαφανείς όρους στις ιδιωτικοποιήσεις,
  • ταχύτερη χρηματοδότηση βιώσιμων μικρομεσαίων επιχειρήσεων,
  • διαχωρισμό των στρατηγικών κακοπληρωτών από τα νοικοκυριά σε πραγματική αδυναμία,
  • ανεξάρτητη αξιολόγηση κάθε προγράμματος στήριξης.

Το δίλημμα δεν έπρεπε να είναι «τράπεζες ή πολίτες». Η σωστή πολιτική έπρεπε να προστατεύει το τραπεζικό σύστημα ως υποδομή, επιβάλλοντας παράλληλα τις μεγαλύτερες δυνατές ζημίες στους υπεύθυνους και ουσιαστική προστασία στα ευάλωτα νοικοκυριά.

Πηγές

Η Ετυμηγορία του Οικονομολόγου

Η ανάρτηση αποτυπώνει μια πραγματική κοινωνική αδικία, αλλά τη μετατρέπει σε υπερβολικά απλό πολιτικό σύνθημα.

Η Ελλάδα χρησιμοποίησε δεκάδες δισεκατομμύρια δημόσιου χρήματος για την ανακεφαλαιοποίηση και εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος. Μεγάλο μέρος αυτής της επένδυσης δεν ανακτήθηκε μέσω της πώλησης των κρατικών συμμετοχών. Παράλληλα, οι πολίτες υπέστησαν εξαιρετικά βαρύ κόστος μέσω της ύφεσης, της ανεργίας, των φόρων, των περικοπών και της κρίσης ιδιωτικού χρέους.

Δεν είναι, όμως, σωστό ότι τα χρήματα δόθηκαν απλώς ως δώρο «στις τράπεζες» αντί να δοθούν στους πολίτες. Η διάσωση προστάτευσε τις καταθέσεις, το σύστημα πληρωμών και τη λειτουργία της οικονομίας. Η ανεξέλεγκτη τραπεζική κατάρρευση θα έπληττε πρώτα τους ίδιους τους πολίτες και τις μικρές επιχειρήσεις.

Η πραγματική αποτυχία ήταν διαφορετική: το κράτος κοινωνικοποίησε τεράστιο μέρος των ζημιών χωρίς να εξασφαλίσει αντίστοιχα ισχυρή κοινωνική προστασία, επαρκή λογοδοσία των διοικήσεων και ανάκτηση της μελλοντικής αξίας των τραπεζών.

Επιπλέον, η εικόνα αποδίδει την ίδια ευθύνη σε πολιτικούς με διαφορετικούς ρόλους και σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Αυτό είναι παραπλανητικό.

Η δίκαιη ετυμηγορία είναι ότι η σταθεροποίηση των τραπεζών ήταν αναγκαία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάστηκε και κατανεμήθηκε το κόστος ήταν βαθιά άνισος. Η Ελλάδα έσωσε μια κρίσιμη οικονομική υποδομή, αλλά δεν προστάτευσε με την ίδια αποφασιστικότητα όσους πλήρωσαν την κρίση χωρίς να την έχουν προκαλέσει.

Related Articles