Home Articles 13ος και 14ος μισθός στο Δημόσιο: Τι αποφάσισε το ΣτΕ και ποιο είναι το πραγματικό οικονομικό δίλημμα

13ος και 14ος μισθός στο Δημόσιο: Τι αποφάσισε το ΣτΕ και ποιο είναι το πραγματικό οικονομικό δίλημμα

by Ageliki Anagnostou

13ος και 14ος μισθός στο Δημόσιο: Τι αποφάσισε το ΣτΕ και ποιο είναι το πραγματικό οικονομικό δίλημμα

Η συζήτηση για την επαναφορά των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας στους δημοσίους υπαλλήλους έκλεισε, τουλάχιστον σε δικαστικό επίπεδο, με την απόφαση 1201/2026 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Το ΣτΕ έκρινε ότι η μη επαναφορά των συγκεκριμένων επιδομάτων δεν παραβιάζει ούτε το Σύνταγμα ούτε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα δώρα είχαν καταργηθεί πλήρως με τον νόμο 4093/2012.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το ζήτημα των μισθών στο Δημόσιο έκλεισε οικονομικά ή πολιτικά.

Η απόφαση του δικαστηρίου απαντά στο ερώτημα αν υπάρχει νομική υποχρέωση επαναφοράς. Δεν απαντά στο διαφορετικό ερώτημα αν μια μελλοντική κυβέρνηση μπορεί, εφόσον διαθέτει τον δημοσιονομικό χώρο, να αποφασίσει πολιτικά την επαναφορά ολόκληρου ή μέρους των επιδομάτων.

Ανάλυση

Πριν από την πλήρη κατάργησή τους, τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας είχαν ήδη περιοριστεί σημαντικά. Μετά τις παρεμβάσεις της περιόδου 2010–2011 είχαν διαμορφωθεί σε 500 ευρώ για τα Χριστούγεννα, 250 ευρώ για το Πάσχα και 250 ευρώ για την άδεια, υπό εισοδηματικές προϋποθέσεις.

Η οικονομική συζήτηση σήμερα είναι πολύ διαφορετική από εκείνη της περιόδου των μνημονίων. Η Ελλάδα έχει επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, όμως οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν αντιμετωπίσει παράλληλα μεγάλη σωρευτική αύξηση του κόστους ζωής.

Αυτό δημιουργεί ένα πραγματικό δίλημμα.

Από τη μία πλευρά, η επαναφορά δύο πρόσθετων μισθών θα αύξανε αισθητά το ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων και πιθανότατα θα ενίσχυε την κατανάλωση.

Από την άλλη, πρόκειται για μόνιμη δημοσιονομική δαπάνη, όχι για εφάπαξ μέτρο.

Οι εκτιμήσεις για το κόστος διαφέρουν ανάλογα με το μοντέλο υπολογισμού. Η ΑΔΕΔΥ έχει υπολογίσει το ετήσιο κόστος περίπου στα 2,1 δισ. ευρώ, υποστηρίζοντας ότι περίπου 700 εκατ. ευρώ θα επέστρεφαν στο κράτος μέσω φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.

Η κυβέρνηση έχει παρουσιάσει υψηλότερη εκτίμηση, περίπου 2,7 δισ. ευρώ ετησίως, επισημαίνοντας ότι μια τέτοια δαπάνη θα βρισκόταν εκτός του διαθέσιμου χώρου πρωτογενών δαπανών και θα απαιτούσε αντίστοιχα μέτρα χρηματοδότησης.

Η διαφορά αυτή είναι ουσιαστική.

Δεν υπάρχει δηλαδή μόνο το ερώτημα «δικαιούνται περισσότερα οι δημόσιοι υπάλληλοι;».

Υπάρχει και το ερώτημα:

«Ποιος πληρώνει μια μόνιμη πρόσθετη δαπάνη 2–3 δισ. ευρώ κάθε χρόνο;»

Η δεύτερη πλευρά: η αγοραστική δύναμη

Η δημοσιονομική ανάλυση όμως δεν πρέπει να γίνεται αποκομμένη από την πραγματικότητα των νοικοκυριών.

Ο πληθωρισμός των τελευταίων ετών έχει αυξήσει σημαντικά το κόστος τροφίμων, ενέργειας, ενοικίων και υπηρεσιών.

Για έναν εργαζόμενο που αμείβεται με σχετικά χαμηλό ή μεσαίο μισθό, η απουσία δύο επιπλέον ετήσιων πληρωμών έχει πολύ διαφορετικό βάρος σήμερα από ό,τι σε μια περίοδο χαμηλού πληθωρισμού.

Εδώ βρίσκεται το ισχυρότερο οικονομικό επιχείρημα υπέρ της ενίσχυσης των αποδοχών: η ανάγκη αποκατάστασης της πραγματικής αγοραστικής δύναμης.

Όμως υπάρχει και μια σημαντική λεπτομέρεια.

Η οικονομική ενίσχυση δεν χρειάζεται υποχρεωτικά να πάρει τη μορφή πλήρους επαναφοράς δύο μισθών για όλους.

Θα μπορούσαν θεωρητικά να εξεταστούν:

  • στοχευμένες αυξήσεις στους χαμηλότερους μισθούς,
  • μερική επαναφορά ενός επιδόματος,
  • φορολογικές ελαφρύνσεις,
  • αυξημένες αποδοχές σε κρίσιμες ειδικότητες,
  • ή συνδυασμός μισθολογικών και φορολογικών μέτρων.

Το οικονομικό ερώτημα συνεπώς δεν είναι μόνο αν πρέπει να αυξηθεί το συνολικό εισόδημα των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά ποιος τρόπος παρέχει τη μεγαλύτερη κοινωνική απόδοση ανά ευρώ δημοσιονομικού κόστους.

Δημόσιος και ιδιωτικός τομέας

Υπάρχει επίσης μια εμφανής διαφορά: στον ιδιωτικό τομέα τα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και το επίδομα άδειας εξακολουθούν να καταβάλλονται, ενώ στο Δημόσιο όχι. Η ίδια αυτή διαφοροποίηση ήταν κεντρικό στοιχείο της επιχειρηματολογίας της ΑΔΕΔΥ στην πρότυπη δίκη.

Από οικονομική σκοπιά όμως, η σύγκριση πρέπει να γίνεται σε συνολικές ετήσιες αποδοχές, όχι μόνο στον αριθμό των καταβολών.

Δώδεκα υψηλότεροι μισθοί μπορούν θεωρητικά να αποφέρουν μεγαλύτερο ετήσιο εισόδημα από δεκατέσσερις χαμηλότερους — και το αντίστροφο.

Άρα, η ουσιαστική μέτρηση είναι το καθαρό ετήσιο εισόδημα, η αγοραστική του δύναμη και η σχέση του με τις δεξιότητες και την παραγωγικότητα.

Δεν «καταργήθηκαν τώρα» τα δώρα

Υπάρχει και μία σημαντική διόρθωση σε σχέση με ορισμένες αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα.

Το ΣτΕ δεν κατάργησε τώρα τον 13ο και τον 14ο μισθό.

Τα επιδόματα είχαν καταργηθεί νομοθετικά από το 2012. Η απόφαση του 2026 έκρινε ότι η σημερινή μη επαναφορά τους είναι συνταγματικά και ευρωπαϊκά επιτρεπτή.

Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, επειδή άλλο πράγμα είναι μια νέα περικοπή και άλλο η δικαστική επιβεβαίωση ότι ο νομοθέτης δεν υποχρεούται να ανατρέψει μια παλαιότερη κατάργηση.

Η ετυμηγορία του οικονομολόγου

Η απόφαση του ΣτΕ λύνει το νομικό ζήτημα, όχι το οικονομικό.

Η Ελλάδα πρέπει να αποφασίσει πόσο χώρο θέλει να διαθέσει τα επόμενα χρόνια για τις αποδοχές του Δημοσίου και με ποιον τρόπο αυτή η δαπάνη θα δημιουργεί τη μεγαλύτερη δυνατή κοινωνική και οικονομική απόδοση.

Μια πλήρης επαναφορά 13ου και 14ου μισθού θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα, αλλά με ετήσιο κόστος που εκτιμάται σε πάνω από 2 δισ. ευρώ αποτελεί μεγάλη και μόνιμη δημοσιονομική επιλογή.

Το πραγματικό δίλημμα επομένως δεν είναι «δικαιώματα ή δημοσιονομική σταθερότητα». Είναι πώς μια χώρα μοιράζει περιορισμένους δημόσιους πόρους ώστε να προστατεύει τα εισοδήματα χωρίς να δημιουργεί νέα μόνιμα ελλείμματα.

Και αυτό είναι πολιτική επιλογή — όχι δικαστική απόφαση.

Related Articles