Παιδεία στην Ελλάδα: Χαμηλές δαπάνες, μεγάλο αναπτυξιακό κόστος
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλά στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τη χρηματοδότηση της Παιδείας. Το θέμα δεν αφορά μόνο σχολεία, πανεπιστήμια και εκπαιδευτικούς. Αφορά την παραγωγικότητα, τις δεξιότητες, την κοινωνική κινητικότητα και τελικά τη δυνατότητα της χώρας να πλησιάσει το ευρωπαϊκό επίπεδο ευημερίας.
Σύμφωνα με τα συγκρίσιμα στοιχεία της Eurostat για το 2022, η δημόσια δαπάνη για εκπαίδευση στην Ελλάδα αντιστοιχούσε στο 3,4% του ΑΕΠ, έναντι 4,6% στην ΕΕ. Χαμηλότερες επιδόσεις είχαν μόνο η Ρουμανία με 2,9% και η Κροατία με 3,1%.
Σε απόλυτους αριθμούς, οι δαπάνες των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα ανήλθαν περίπου στα 8,73 δισ. ευρώ το 2022. Από αυτές, το 87,2% αφορούσε τρέχουσες δαπάνες και το 12,8% κεφαλαιουχικές, ενώ περίπου το 71,8% της συνολικής δαπάνης κατευθυνόταν σε αμοιβές εκπαιδευτικών.
Ανάλυση
Η πρώτη διαπίστωση είναι ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει μόνο πρόβλημα ύψους χρηματοδότησης. Αντιμετωπίζει και ζήτημα σύνθεσης της δαπάνης.
Όταν τόσο μεγάλο μέρος των διαθέσιμων πόρων απορροφάται από τις τρέχουσες ανάγκες, περιορίζεται ο δημοσιονομικός χώρος για εργαστήρια, ψηφιακές υποδομές, σύγχρονο εξοπλισμό, έρευνα, νέες τεχνολογίες και αναβάθμιση των εκπαιδευτικών εγκαταστάσεων.
Αυτό έχει μακροχρόνιες επιπτώσεις.
Μια οικονομία που θέλει να αυξήσει τους πραγματικούς μισθούς χρειάζεται υψηλότερη παραγωγικότητα. Και η παραγωγικότητα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ανθρώπινο κεφάλαιο: το επίπεδο εκπαίδευσης, τις ψηφιακές δεξιότητες, την ικανότητα αξιοποίησης νέων τεχνολογιών και τη σύνδεση της γνώσης με την παραγωγή.
Η πολύ μεγάλη διαφορά στη φοιτητική στήριξη
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία αφορά την άμεση οικονομική βοήθεια προς τους φοιτητές.
Το 2022, η δημόσια οικονομική ενίσχυση για φοιτητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ήταν μόλις 20 ευρώ ανά φοιτητή στην Ελλάδα, έναντι 1.766 ευρώ κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Στη Δανία το αντίστοιχο ποσό ήταν 8.024 ευρώ, στην Ιρλανδία 5.692 ευρώ και στη Σουηδία 4.948 ευρώ.
Το συγκεκριμένο στοιχείο αφορά άμεση οικονομική βοήθεια, όπως υποτροφίες, δημόσια δάνεια και οικογενειακές ενισχύσεις που συνδέονται με τη φοιτητική ιδιότητα. Δεν περιλαμβάνει όλες τις έμμεσες παροχές, όπως σίτιση, μεταφορές ή φοιτητική στέγαση.
Παρόλα αυτά, η διαφορά είναι τεράστια.
Και γίνεται ιδιαίτερα σημαντική σε μια χώρα όπου το κόστος στέγασης αποτελεί ήδη σοβαρό πρόβλημα. Για έναν φοιτητή που πρέπει να μετακινηθεί σε άλλη πόλη, το ενοίκιο, η ενέργεια, η διατροφή και οι μεταφορές μπορούν να μετατρέψουν την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση σε οικογενειακή οικονομική δοκιμασία.
Παιδεία και ανισότητα
Όταν η δημόσια υποστήριξη είναι περιορισμένη, το οικογενειακό εισόδημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Δύο νέοι μπορεί να έχουν τις ίδιες ακαδημαϊκές δυνατότητες, αλλά να μην έχουν τις ίδιες πραγματικές ευκαιρίες εάν ο ένας μπορεί να χρηματοδοτήσει σπουδές μακριά από το σπίτι και ο άλλος όχι.
Έτσι, η εκπαιδευτική πολιτική μετατρέπεται και σε πολιτική κοινωνικής κινητικότητας.
Η Παιδεία έχει οικονομική αξία ακριβώς επειδή μπορεί να επιτρέψει σε έναν νέο άνθρωπο να αποκτήσει υψηλότερες δεξιότητες ανεξάρτητα από το οικονομικό υπόβαθρο της οικογένειάς του.
Το κόστος για την παραγωγικότητα
Η χαμηλή επένδυση στην εκπαίδευση δεν εμφανίζεται αμέσως ως οικονομική ζημιά.
Εμφανίζεται μετά από χρόνια.
Εμφανίζεται όταν οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν ειδικευμένο προσωπικό.
Όταν οι εργαζόμενοι δεν διαθέτουν τις δεξιότητες που απαιτούν η τεχνητή νοημοσύνη, η ανάλυση δεδομένων και η ψηφιακή παραγωγή.
Όταν η έρευνα δεν μετατρέπεται σε νέα προϊόντα και επιχειρήσεις.
Και όταν η οικονομία εξακολουθεί να βασίζεται υπερβολικά σε δραστηριότητες χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Το πρόβλημα δεν λύνεται μόνο με περισσότερα χρήματα
Υπάρχει όμως και μια απαραίτητη προϋπόθεση: η αποτελεσματικότητα.
Η αύξηση των δαπανών από μόνη της δεν εγγυάται καλύτερα αποτελέσματα.
Χρειάζεται να γνωρίζουμε πού κατευθύνεται κάθε πρόσθετο ευρώ και τι αποτέλεσμα δημιουργεί.
Περισσότερη χρηματοδότηση πρέπει να συνδέεται με:
- καλύτερες εκπαιδευτικές υποδομές,
- ισχυρότερη έρευνα,
- σύγχρονες ψηφιακές δεξιότητες,
- ουσιαστική φοιτητική μέριμνα,
- αξιολόγηση αποτελεσμάτων,
- και σύνδεση πανεπιστημίων με την παραγωγή και την καινοτομία.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο «πόσα ξοδεύουμε;»
Είναι και:
«Τι ανθρώπινο κεφάλαιο δημιουργούμε με αυτά που ξοδεύουμε;»
Η ετυμηγορία του οικονομολόγου
Το 3,4% του ΑΕΠ έναντι 4,6% στην ΕΕ και τα μόλις 20 ευρώ άμεσης οικονομικής βοήθειας ανά φοιτητή έναντι 1.766 ευρώ ευρωπαϊκού μέσου όρου δείχνουν ότι η Ελλάδα έχει μπροστά της ένα ουσιαστικό επενδυτικό κενό στην Παιδεία.
Το μεγαλύτερο κόστος αυτής της απόστασης δεν εμφανίζεται σήμερα στον κρατικό προϋπολογισμό.
Εμφανίζεται αύριο στη χαμηλότερη παραγωγικότητα, στους χαμηλότερους μισθούς, στο brain drain και στην πιο αργή σύγκλιση με την Ευρώπη.
Η χώρα που εξοικονομεί σήμερα από την Παιδεία μπορεί να πληρώσει πολλαπλάσια αύριο σε χαμένες δεξιότητες, χαμένη παραγωγικότητα και χαμένες ευκαιρίες ανάπτυξης.