Πολιτική παραπληροφόρηση: Όταν η χυδαιότητα μεταμφιέζεται σε «είδηση»
Μια εικόνα που αναρτάται στο Facebook μοιάζει με πρωτοσέλιδο εφημερίδας. Περιλαμβάνει φωτογραφίες πολιτικών προσώπων, τεράστια γράμματα, ακραίους σεξουαλικούς υπαινιγμούς και βαρύτατες κατηγορίες. Κάποιος τη δημοσιεύει, κάποιος άλλος την κοινοποιεί και μέσα σε λίγες ώρες μπορεί να έχει εμφανιστεί στις οθόνες χιλιάδων πολιτών.
Αλλά είναι πραγματικό πρωτοσέλιδο; Ποιος το δημιούργησε; Πότε κυκλοφόρησε; Υπάρχει άρθρο, ρεπορτάζ, υπογραφή συντάκτη ή οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο πίσω από τους ισχυρισμούς;
Στην εικόνα που εξετάζουμε δεν εμφανίζεται σύνδεσμος προς επαληθεύσιμο δημοσίευμα. Από ένα στιγμιότυπο οθόνης και μόνο δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ούτε η αυθεντικότητα ούτε η αρχική προέλευσή της. Αυτό που μπορεί να διαπιστωθεί είναι ότι χρησιμοποιεί χυδαίες εκφράσεις, ομοφοβικούς υπαινιγμούς και εξαιρετικά σοβαρές, αλλά ατεκμηρίωτες, προσωπικές κατηγορίες.
Δεν πρόκειται απλώς για «κακό γούστο». Πρόκειται για ένα μοντέλο πολιτικής επικοινωνίας που μετατρέπει την προσβολή σε περιεχόμενο, την οργή σε επισκεψιμότητα και την ανθρώπινη υπόληψη σε καύσιμο για τους αλγορίθμους.
Η πρώτη αρχή: η εικόνα δεν αποτελεί απόδειξη
Οι πολίτες έχουν μάθει να αντιμετωπίζουν μια φωτογραφία ως τεκμήριο. Στην ψηφιακή εποχή, όμως, μια εικόνα μπορεί να έχει:
- κατασκευαστεί εξ ολοκλήρου,
- αλλοιωθεί,
- αποκοπεί από το αρχικό της πλαίσιο,
- αναρτηθεί με ψευδή ημερομηνία,
- παρουσιαστεί ως πρωτοσέλιδο χωρίς να έχει τυπωθεί ποτέ,
- συνδυάσει πραγματικές φωτογραφίες με ανύπαρκτους ισχυρισμούς.
Η τεχνητή νοημοσύνη κάνει πλέον αυτή τη διαδικασία ταχύτερη και φθηνότερη. Δεν χρειάζεται οργανωμένη αίθουσα σύνταξης. Ένας χρήστης μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να δημιουργήσει μια εικόνα που θυμίζει δημοσιογραφικό προϊόν και να τη διανείμει σε ομάδες με χιλιάδες μέλη.
Το γεγονός ότι μια εικόνα εμφανίζεται μέσα σε πραγματικό προφίλ στο Facebook δεν αποδεικνύει την αλήθεια του περιεχομένου της. Αποδεικνύει μόνο ότι κάποιος την ανάρτησε ή την κοινοποίησε.
Γιατί οι ακραίες αναρτήσεις εξαπλώνονται
Οι πλατφόρμες δεν επιλέγουν το περιεχόμενο με βάση τη δημοσιογραφική του ποιότητα. Τα συστήματα προτάσεων αξιολογούν κυρίως την πιθανότητα αντίδρασης του χρήστη.
Μια ανάρτηση που προκαλεί θυμό, φόβο, αηδία ή έκπληξη έχει αυξημένες πιθανότητες να συγκεντρώσει:
- σχόλια,
- κοινοποιήσεις,
- αντιδράσεις,
- χρόνο παραμονής στην οθόνη,
- επισκέψεις στο προφίλ που τη δημοσίευσε.
Ακόμη και το οργισμένο σχόλιο «αυτό είναι ψέμα» μπορεί να αυξήσει την προβολή της ανάρτησης. Για τον αλγόριθμο, η επιδοκιμασία και η αγανάκτηση είναι συχνά απλώς δύο διαφορετικές μορφές αλληλεπίδρασης.
Δημιουργείται έτσι μια οικονομία της προσοχής. Το πιο εξοργιστικό περιεχόμενο αποκτά μεγαλύτερη αξία επειδή προκαλεί περισσότερη δραστηριότητα. Η ψύχραιμη διάψευση χρειάζεται χρόνο και στοιχεία, ενώ το ψέμα χρειάζεται μόνο μια εντυπωσιακή εικόνα και λίγες λέξεις με κεφαλαία γράμματα.
Η Ελλάδα της χαμηλής εμπιστοσύνης
Το πρόβλημα γίνεται σοβαρότερο σε μια χώρα όπου η εμπιστοσύνη προς την ενημέρωση έχει υποχωρήσει δραματικά.
Σύμφωνα με το Digital News Report 2026 του Reuters Institute, μόνο το 18% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα δηλώνει ότι εμπιστεύεται γενικά τις ειδήσεις. Πρόκειται για ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα μεταξύ των 48 αγορών που εξετάστηκαν και για χαμηλό έντεκα ετών.
Παράλληλα:
- το 64% χρησιμοποιεί τα κοινωνικά δίκτυα ως πηγή ενημέρωσης,
- το 60% δηλώνει ότι αποφεύγει τις ειδήσεις μερικές φορές ή συχνά,
- μεγάλο μέρος του κοινού πιστεύει ότι τα μέσα ενημέρωσης επηρεάζονται υπερβολικά από πολιτικά και επιχειρηματικά συμφέροντα.
Η χαμηλή εμπιστοσύνη στα παραδοσιακά μέσα δεν οδηγεί υποχρεωτικά σε καλύτερη έρευνα από τον πολίτη. Συχνά οδηγεί στην αποδοχή αναρτήσεων φίλων, ομάδων ή δημιουργών περιεχομένου που επιβεβαιώνουν ήδη υπάρχουσες πεποιθήσεις.
Όταν ο πολίτης πιστεύει ότι «όλοι λένε ψέματα», μπορεί τελικά να αποδέχεται ως αληθινό εκείνο το ψέμα που συμφωνεί περισσότερο με την πολιτική του ταυτότητα.
Το παράδοξο των αριθμών
Πρόσφατα στοιχεία της Eurostat έδειξαν ότι το 32,4% των χρηστών του διαδικτύου στην Ελλάδα ανέφερε πως είχε συναντήσει αμφίβολες ή αναληθείς πληροφορίες το 2025, έναντι 55,9% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο συγκεκριμένος δείκτης, όμως, δεν μετρά την πραγματική ποσότητα παραπληροφόρησης. Μετρά πόσοι πολίτες πιστεύουν ότι την αναγνώρισαν. Το χαμηλό ελληνικό ποσοστό μπορεί επομένως να σημαίνει μικρότερη έκθεση, αλλά μπορεί επίσης να υποδεικνύει περιορισμένη ικανότητα αναγνώρισης του προβληματικού περιεχομένου.
Άλλη ευρωπαϊκή έρευνα, επικεντρωμένη στους νέους, κατέγραψε ότι το 57% των νέων στην Ελλάδα θεωρούσε πως εκτίθεται «συχνά» ή «πολύ συχνά» σε παραπληροφόρηση. Η Ελλάδα βρέθηκε ανάμεσα στις χώρες με τα υψηλότερα σχετικά ποσοστά.
Οι διαφορετικοί αριθμοί δεν είναι απαραίτητα αντιφατικοί. Οι έρευνες εξετάζουν διαφορετικές ηλικίες, χρονικές περιόδους και διατυπώνουν διαφορετικά ερωτήματα. Αποκαλύπτουν, όμως, κάτι σημαντικό: η αυτοαξιολόγηση των πολιτών δεν αποτελεί αξιόπιστη μέτρηση της πραγματικής τους ικανότητας να αναγνωρίζουν ένα ψέμα.
Από την πολιτική κριτική στην προσωπική εξόντωση
Η αυστηρή κριτική απέναντι στον πρωθυπουργό, στην κυβέρνηση ή σε οποιοδήποτε δημόσιο πρόσωπο είναι θεμιτή και απαραίτητη στη δημοκρατία.
Οι πολίτες και οι δημοσιογράφοι δικαιούνται να ερευνούν:
- κυβερνητικές αποφάσεις,
- δημόσιες συμβάσεις,
- οικονομικά συμφέροντα,
- πολιτικές ευθύνες,
- πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων,
- αποτυχίες στη λειτουργία του κράτους.
Η κριτική, όμως, διαφέρει ουσιωδώς από την παρουσίαση ανυπόστατων προσωπικών ισχυρισμών ως γεγονότων. Όταν μια ανάρτηση δεν εξετάζει πολιτικές πράξεις αλλά χρησιμοποιεί σεξουαλικούς υπαινιγμούς, οικογενειακές αναφορές και προσβλητικές εικόνες, ο στόχος δεν είναι η ενημέρωση. Είναι η ηθική και κοινωνική εξόντωση του αντιπάλου.
Αυτή η πρακτική έχει διπλό αποτέλεσμα. Προσβάλλει τα πρόσωπα που στοχοποιούνται και συγχρόνως απομακρύνει τη δημόσια συζήτηση από τα πραγματικά ζητήματα: την ακρίβεια, το στεγαστικό, την παραγωγή, τη δημόσια υγεία, την παιδεία, τη δικαιοσύνη και την ποιότητα των θεσμών.
Η ομοφοβία ως πολιτικό εργαλείο
Η χρήση λέξεων όπως «ανώμαλοι» ή η μετατροπή του σεξουαλικού προσανατολισμού σε προσβολή δεν αποτελεί πολιτικό επιχείρημα. Είναι τεχνική κοινωνικού στιγματισμού.
Το μήνυμα δεν απευθύνεται μόνο στα πρόσωπα που εμφανίζονται στην εικόνα. Απευθύνεται και σε κάθε πολίτη που ανήκει ή θεωρείται ότι ανήκει στη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα. Υπονοεί ότι η διαφορετικότητα αποτελεί απόδειξη ανηθικότητας ή λόγο δημόσιου εξευτελισμού.
Μια δημοκρατική κοινωνία μπορεί να συγκρούεται σκληρά για πολιτικές αποφάσεις χωρίς να μετατρέπει την προσωπική ζωή, το φύλο ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό σε όπλο διαπόμπευσης.
Η χρήση τέτοιων χαρακτηρισμών δεν πλήττει μόνο την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Κατεβάζει συνολικά το επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης, διότι αντικαθιστά τα στοιχεία με το κοινωνικό μίσος.
Το νομικό όριο
Η ελευθερία της έκφρασης προστατεύει την κριτική, τη σάτιρα και ακόμη και απόψεις που ενοχλούν ή σοκάρουν. Δεν παρέχει, όμως, απεριόριστη προστασία στη συνειδητή διάδοση ψευδών πραγματικών περιστατικών που μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη ενός ανθρώπου.
Με τον Νόμο 5090/2024 καταργήθηκε το ποινικό αδίκημα της απλής δυσφήμησης. Παραμένουν, ωστόσο, η εξύβριση και η συκοφαντική δυσφήμηση.
Το άρθρο 363 του Ποινικού Κώδικα αφορά τη διάδοση, εν γνώσει του δράστη, ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου. Όταν η πράξη τελείται δημόσια ή μέσω διαδικτύου, προβλέπεται αυστηρότερη μεταχείριση.
Η νομική αξιολόγηση κάθε συγκεκριμένης ανάρτησης απαιτεί εξέταση όλων των περιστάσεων και δεν μπορεί να γίνει μόνο από ένα στιγμιότυπο οθόνης. Έχει σημασία:
- ποιος δημιούργησε το περιεχόμενο,
- ποιος το δημοσίευσε ή το αναμετέδωσε,
- αν ο ισχυρισμός είναι ψευδής,
- αν ο χρήστης γνώριζε την αναλήθεια,
- αν πρόκειται για πραγματικό ισχυρισμό ή για σατιρική και αξιολογική κρίση,
- ποια ζημία προκλήθηκε.
Η αναδημοσίευση δεν είναι πάντοτε ουδέτερη πράξη. Το «δεν το έγραψα εγώ, απλώς το κοινοποίησα» δεν εξαφανίζει αυτομάτως την ευθύνη, ιδιαίτερα όταν αναπαράγεται ένας συγκεκριμένος και εμφανώς επιβλαβής ισχυρισμός.
Τι προβλέπει ο ευρωπαϊκός κανονισμός
Η Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες, γνωστή ως Digital Services Act, επιβάλλει νέες υποχρεώσεις στις μεγάλες πλατφόρμες.
Ο κανονισμός δεν χαρακτηρίζει κάθε ανακριβή άποψη παράνομη ούτε επιβάλλει γενικό προληπτικό έλεγχο όλων των αναρτήσεων. Υποχρεώνει, όμως, τις πολύ μεγάλες πλατφόρμες να αξιολογούν και να περιορίζουν συστημικούς κινδύνους που σχετίζονται με:
- τη διάδοση παράνομου περιεχομένου,
- την παραπληροφόρηση,
- την εκλογική διαδικασία και τον δημόσιο διάλογο,
- την έμφυλη βία,
- την προστασία των ανηλίκων,
- τη λειτουργία των αλγοριθμικών συστημάτων προτάσεων.
Οι πλατφόρμες πρέπει επίσης να διαθέτουν μηχανισμούς αναφοράς περιεχομένου, να αιτιολογούν συγκεκριμένες αποφάσεις εποπτείας και να παρέχουν μεγαλύτερη διαφάνεια για τις διαφημίσεις και τα συστήματα προτάσεών τους.
Στην Ελλάδα, η ΕΕΤΤ λειτουργεί ως εθνικός συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών. Μέσω του gov.gr μπορεί να υποβληθεί καταγγελία εναντίον παρόχου ενδιάμεσης υπηρεσίας για πιθανή παραβίαση του DSA, αφού προηγηθεί αναφορά του προβλήματος στην ίδια την πλατφόρμα.
Γιατί η απαγόρευση δεν λύνει από μόνη της το πρόβλημα
Η αυτόματη διαγραφή κάθε προσβλητικού ή πολιτικά ακραίου περιεχομένου δεν αποτελεί απλή λύση. Θα μπορούσε να περιορίσει τη νόμιμη πολιτική κριτική, τη σάτιρα και την ελευθερία της έκφρασης.
Οι πλατφόρμες αντιμετωπίζουν μια δύσκολη διάκριση:
- άλλο η ανακριβής άποψη,
- άλλο η σάτιρα,
- άλλο ο προσβλητικός χαρακτηρισμός,
- άλλο η υποκίνηση μίσους,
- άλλο η συνειδητή διάδοση ενός ψευδούς και επιβλαβούς πραγματικού ισχυρισμού.
Η λύση δεν είναι να μετατραπούν οι εταιρείες τεχνολογίας σε ανεξέλεγκτα «υπουργεία αλήθειας». Είναι να εφαρμόζουν διαφανείς κανόνες, να δέχονται αποτελεσματικές αναφορές, να περιορίζουν την αλγοριθμική ενίσχυση αποδεδειγμένα επιβλαβών δικτύων και να επιτρέπουν ανεξάρτητο έλεγχο των συστημάτων τους.
Η οικονομία της παραπληροφόρησης
Το περιεχόμενο αυτό δεν κυκλοφορεί μόνο για ιδεολογικούς λόγους. Συχνά υπάρχει οικονομικό κίνητρο.
Ένας λογαριασμός που αποκτά μεγάλο κοινό μέσα από προκλητικές αναρτήσεις μπορεί αργότερα να χρησιμοποιηθεί για:
- διαφημιστικά έσοδα,
- προώθηση ιστοσελίδων,
- πώληση προϊόντων,
- συγκέντρωση προσωπικών δεδομένων,
- πολιτικές καμπάνιες,
- οικονομικές απάτες.
Το πραγματικό προϊόν δεν είναι η είδηση. Είναι η προσοχή του χρήστη.
Οι πλατφόρμες επίσης ωφελούνται οικονομικά από την παρατεταμένη αλληλεπίδραση. Όσο περισσότερο χρόνο περνά ο χρήστης σχολιάζοντας και κοινοποιώντας, τόσο περισσότερες διαφημίσεις μπορεί να δει.
Έτσι δημιουργείται μια αποτυχία της ψηφιακής αγοράς: το κοινωνικό κόστος της παραπληροφόρησης επιβαρύνει τη δημοκρατία και τα θύματα, ενώ μέρος του οικονομικού οφέλους κατευθύνεται στους δημιουργούς του περιεχομένου και στις πλατφόρμες.
Πώς ελέγχουμε μια ύποπτη ανάρτηση
Πριν κοινοποιήσουμε μια εντυπωσιακή εικόνα, πρέπει να κάνουμε ορισμένους απλούς ελέγχους:
- Αναζητούμε τον αρχικό σύνδεσμο και όχι άλλες αναδημοσιεύσεις της ίδιας εικόνας.
- Ελέγχουμε το όνομα του μέσου, την ημερομηνία και τον συντάκτη.
- Αναζητούμε τον τίτλο μέσα σε εισαγωγικά σε μηχανή αναζήτησης.
- Εξετάζουμε αν υπάρχουν πρωτογενή έγγραφα, δικαστικές αποφάσεις ή επώνυμες πηγές.
- Χρησιμοποιούμε αντίστροφη αναζήτηση εικόνας.
- Παρατηρούμε πιθανές ασυμφωνίες σε γραμματοσειρές, σκιές, φωτογραφίες και λογότυπα.
- Αναζητούμε ανεξάρτητες επιβεβαιώσεις από διαφορετικές δημοσιογραφικές πηγές.
- Αν δεν μπορεί να επαληθευτεί, δεν το κοινοποιούμε ως γεγονός.
Το ερώτημα δεν πρέπει να είναι «συμφωνεί με όσα πιστεύω;». Πρέπει να είναι «ποια στοιχεία αποδεικνύουν ότι συνέβη;».
Τι πρέπει να κάνει ο χρήστης
Όταν εντοπίζει πιθανώς συκοφαντικό, παραποιημένο ή ρητορικά κακοποιητικό περιεχόμενο, ο χρήστης μπορεί να:
- διατηρήσει στιγμιότυπο οθόνης, ημερομηνία και σύνδεσμο,
- αναφέρει την ανάρτηση στην πλατφόρμα,
- αποφύγει την περαιτέρω κοινοποίησή της,
- ενημερώσει το πρόσωπο που στοχοποιείται, εφόσον είναι σκόπιμο,
- συμβουλευτεί δικηγόρο εάν αφορά τον ίδιο,
- καταγγείλει πιθανή παραβίαση των υποχρεώσεων της πλατφόρμας στην ΕΕΤΤ.
Η δημόσια διάψευση μπορεί να είναι χρήσιμη, αλλά δεν πρέπει να επαναλαμβάνει τον ψευδή ισχυρισμό περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο. Η συνεχής αναπαραγωγή της ίδιας εικόνας, ακόμη και με σκοπό την καταδίκη της, μπορεί να αυξήσει την εμβέλειά της.
Η ευθύνη των πολιτικών κομμάτων
Τα πολιτικά κόμματα δεν αρκεί να καταδικάζουν την παραπληροφόρηση μόνο όταν στοχοποιούνται τα δικά τους στελέχη.
Χρειάζεται ένας ελάχιστος κοινός κανόνας:
- καμία αξιοποίηση ανώνυμων συκοφαντικών λογαριασμών,
- καμία αναπαραγωγή ανεπιβεβαίωτων προσωπικών κατηγοριών,
- σαφής σήμανση σατιρικού ή τεχνητά παραγόμενου περιεχομένου,
- δημοσιοποίηση των επίσημων ψηφιακών λογαριασμών,
- διαφάνεια στις πολιτικές διαφημίσεις,
- άμεση διόρθωση ψευδών πληροφοριών.
Η δημοκρατία δεν προστατεύεται όταν κάθε πλευρά θεωρεί θεμιτό ό,τι βλάπτει τον αντίπαλό της.
Πηγές
- Reuters Institute – Digital News Report 2026: Ελλάδα
- Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο – Έκθεση των νέων στην παραπληροφόρηση
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Διαφάνεια και συστημικοί κίνδυνοι βάσει του DSA
- ΕΕΤΤ – Η Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες
- Gov.gr – Καταγγελία για ενδιάμεσες ψηφιακές υπηρεσίες
- Νόμος 5090/2024 – Συκοφαντική δυσφήμηση
- Ελληνική Κυβέρνηση – Προστασία ανηλίκων στα κοινωνικά δίκτυα
Η ετυμηγορία του οικονομολόγου
Η παραπληροφόρηση αποτελεί κλασική περίπτωση όπου το ιδιωτικό κέρδος και το κοινωνικό συμφέρον αποκλίνουν. Οι δημιουργοί προκλητικού περιεχομένου κερδίζουν προβολή, ορισμένοι λογαριασμοί αποκτούν εμπορική ή πολιτική αξία και οι πλατφόρμες αυξάνουν την αλληλεπίδραση. Το κόστος, όμως, μεταφέρεται στην κοινωνία: χαμηλότερη εμπιστοσύνη, εντονότερη πόλωση, δικαστικές διαμάχες, στοχοποίηση πολιτών και υποβάθμιση του δημόσιου διαλόγου.
Η απάντηση δεν είναι η γενικευμένη λογοκρισία. Είναι η επιβολή διαφάνειας στους αλγορίθμους, η γρήγορη και αιτιολογημένη διαχείριση καταγγελιών, η οικονομική αποθάρρυνση των επαναλαμβανόμενων παραγωγών παραπληροφόρησης και, κυρίως, η εκπαίδευση των πολιτών στον έλεγχο των πηγών.
Η τελική ετυμηγορία είναι ότι μια εικόνα χωρίς επαληθεύσιμη πηγή δεν είναι είδηση και μια χυδαία κατηγορία χωρίς αποδείξεις δεν είναι πολιτική κριτική. Είναι ψηφιακό προϊόν σχεδιασμένο να εκμεταλλεύεται την οργή μας. Κάθε φορά που το κοινοποιούμε χωρίς έλεγχο, δεν ενημερώνουμε τη δημοκρατία· χρηματοδοτούμε την υποβάθμισή της.