Home Articles Κυριάκος Βελόπουλος: Η άνοδος της Ελληνικής Λύσης και το τεστ της οικονομικής αξιοπιστίας

Κυριάκος Βελόπουλος: Η άνοδος της Ελληνικής Λύσης και το τεστ της οικονομικής αξιοπιστίας

by Ageliki Anagnostou

Κυριάκος Βελόπουλος: Η άνοδος της Ελληνικής Λύσης και το τεστ της οικονομικής αξιοπιστίας

Η Ελληνική Λύση δεν αποτελεί πλέον ένα περιφερειακό κόμμα διαμαρτυρίας. Από το 4,44% των εθνικών εκλογών του Ιουνίου 2023 έχει περάσει, σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις, στη ζώνη του 8%, διεκδικώντας πρωταγωνιστικό ρόλο στον χώρο δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας.

Η άνοδος αυτή δεν είναι τυχαία. Ο Κυριάκος Βελόπουλος επιχειρεί να συνδέσει την ακρίβεια, την ενεργειακή ανασφάλεια, την αποδυνάμωση της ελληνικής παραγωγής, το μεταναστευτικό και τα εθνικά θέματα σε ένα ενιαίο πολιτικό αφήγημα: η Ελλάδα, υποστηρίζει, πρέπει να γίνει περισσότερο αυτάρκης, παραγωγική και ανεξάρτητη.

Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι αν αυτό το αφήγημα είναι πολιτικά αποτελεσματικό. Είναι εάν μπορεί να μετατραπεί σε εφαρμόσιμη οικονομική πολιτική.

Από το 4,44% στη ζώνη του 8%

Στις εκλογές του Ιουνίου 2023 η Ελληνική Λύση έλαβε 4,44%. Τρία χρόνια αργότερα, διαφορετικές μετρήσεις την καταγράφουν αισθητά ενισχυμένη.

Στη δημοσκόπηση της Interview τον Ιούνιο του 2026 καταγράφηκε στο 8,2% στην εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος. Τον Ιούλιο, η Pulse την τοποθέτησε στο 8%, από 6,5% έναν μήνα νωρίτερα. Άλλη μέτρηση της Interview την κατέγραψε στο 7,6% στην πρόθεση ψήφου.

Οι δημοσκοπήσεις δεν αποτελούν πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος και τα ποσοστά διαφορετικών εταιρειών δεν συγκρίνονται μηχανικά. Η γενική τάση, ωστόσο, είναι σαφής: η σημερινή εκλογική επιρροή του κόμματος εμφανίζεται περίπου διπλάσια από εκείνη του 2023.

Η ενίσχυση αυτή είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτη επειδή ο δεξιός και εθνικιστικός χώρος παραμένει κατακερματισμένος. Η Ελληνική Λύση ανταγωνίζεται τη Φωνή Λογικής, τη Νίκη και άλλους σχηματισμούς, αλλά διαθέτει τρία συγκριτικά πλεονεκτήματα:

  • σταθερή κοινοβουλευτική παρουσία,
  • αναγνωρίσιμο και συγκεντρωτικό πολιτικό αρχηγό,
  • συνεχή επικοινωνιακή δραστηριότητα, ιδιαίτερα στα κοινωνικά δίκτυα και στην περιφέρεια.

Ποιοι ψηφοφόροι στρέφονται προς τον Βελόπουλο

Ο Κυριάκος Βελόπουλος αντλεί υποστήριξη από διαφορετικές ομάδες, οι οποίες δεν έχουν αναγκαστικά την ίδια ιδεολογική αφετηρία.

Η πρώτη δεξαμενή είναι οι συντηρητικοί ψηφοφόροι που θεωρούν ότι η Νέα Δημοκρατία έχει μετακινηθεί προς το πολιτικό κέντρο. Διαφωνούν με κυβερνητικές επιλογές σε ζητήματα ταυτότητας, μετανάστευσης, εξωτερικής πολιτικής και κοινωνικών δικαιωμάτων.

Η δεύτερη αποτελείται από πολίτες της περιφέρειας, αγρότες, κτηνοτρόφους, αυτοαπασχολουμένους και μικρούς επιχειρηματίες. Οι ομάδες αυτές αντιμετωπίζουν υψηλό ενεργειακό κόστος, ακριβές πρώτες ύλες, φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις και δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδότηση.

Η τρίτη κατηγορία περιλαμβάνει ψηφοφόρους που δεν αυτοπροσδιορίζονται αναγκαστικά ως ακροδεξιοί ή εθνικιστές, αλλά αναζητούν μια ισχυρή ψήφο διαμαρτυρίας. Το μήνυμα περί «ελληνικής παραγωγής» αποκτά ευρύτερη απήχηση όταν οι τιμές αυξάνονται ταχύτερα από το διαθέσιμο εισόδημα.

Η Ελληνική Λύση κερδίζει έτσι όχι μόνο επειδή μιλά για το μεταναστευτικό ή τα εθνικά θέματα, αλλά επειδή εντάσσει την καθημερινή οικονομική πίεση σε μια ιστορία απώλειας εθνικού ελέγχου.

Η ακρίβεια ως πολιτικός επιταχυντής

Η εαρινή πρόβλεψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 1,8% το 2026, έναντι 2,1% το 2025. Ο πληθωρισμός προβλέπεται να αυξηθεί στο 3,7%, κυρίως εξαιτίας της ενεργειακής επιβάρυνσης.

Αυτό δημιουργεί ένα φαινομενικά αντιφατικό περιβάλλον. Η οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται, η ανεργία μειώνεται και το δημόσιο χρέος υποχωρεί ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ταυτόχρονα, όμως, η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών πιέζεται.

Η αντίφαση είναι περισσότερο λογιστική παρά πραγματική. Το ΑΕΠ μπορεί να αυξάνεται χωρίς η βελτίωση να κατανέμεται ομοιόμορφα. Ένα νοικοκυριό δεν αξιολογεί την οικονομία μέσα από τον ρυθμό ανάπτυξης, αλλά από το ενοίκιο, τον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος, τα καύσιμα και το κόστος του σούπερ μάρκετ.

Εδώ ακριβώς αποκτά χώρο η ρητορική του Βελόπουλου. Όσο η κυβέρνηση παρουσιάζει τους μακροοικονομικούς δείκτες και οι πολίτες βιώνουν ακριβότερη καθημερινότητα, η Ελληνική Λύση μπορεί να υποστηρίζει ότι η επίσημη εικόνα δεν αντιπροσωπεύει την κοινωνία.

Τι προτείνει η Ελληνική Λύση

Στις προγραμματικές της δηλώσεις, η Ελληνική Λύση τοποθετεί στο κέντρο της οικονομικής πολιτικής τον πρωτογενή τομέα, τον τουρισμό και τη ναυτιλία. Επιδιώκει, σύμφωνα με τη δική της διατύπωση, μια Ελλάδα «αυτάρκη, ισχυρή, ανεξάρτητη και οικονομικά εύρωστη».

Στον δημόσιο λόγο του κόμματος επανέρχονται συστηματικά:

  • η αύξηση της εγχώριας παραγωγής τροφίμων,
  • η προστασία αγροτών και κτηνοτρόφων,
  • η αξιοποίηση των πιθανών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων,
  • η μείωση του ενεργειακού κόστους,
  • η ενίσχυση της ελληνικής βιομηχανίας και ναυπηγοεπισκευής,
  • η φορολογική ελάφρυνση νοικοκυριών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων,
  • η προτίμηση ελληνικών προϊόντων στις δημόσιες προμήθειες.

Πρόκειται για κατευθύνσεις που αγγίζουν υπαρκτές αδυναμίες της οικονομίας. Η Ελλάδα διατηρεί μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών και εξαρτάται από εισαγωγές ενέργειας, βιομηχανικού εξοπλισμού, τεχνολογίας και αρκετών καταναλωτικών προϊόντων.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών 7,1% του ΑΕΠ για το 2026. Ένα τέτοιο μέγεθος δείχνει ότι η χώρα καταναλώνει και επενδύει περισσότερους εξωτερικούς πόρους από όσους δημιουργεί μέσω εξαγωγών και εισοδημάτων από το εξωτερικό.

Επομένως, η συζήτηση για την παραγωγική βάση δεν είναι ιδεολογική πολυτέλεια. Είναι πραγματικό οικονομικό ζήτημα.

Άλλο παραγωγική ανασυγκρότηση και άλλο αυτάρκεια

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η επιθυμητή παραγωγική ενίσχυση παρουσιάζεται ως δυνατότητα σχεδόν πλήρους εθνικής αυτάρκειας.

Καμία σύγχρονη ευρωπαϊκή οικονομία του μεγέθους της Ελλάδας δεν μπορεί να είναι αυτάρκης σε ενέργεια, τρόφιμα, φάρμακα, τεχνολογία, μηχανήματα και βιομηχανικές πρώτες ύλες ταυτόχρονα. Ακόμη και ένα προϊόν που κατασκευάζεται στην Ελλάδα μπορεί να χρειάζεται εισαγόμενο εξοπλισμό, λογισμικό, καύσιμα ή ενδιάμεσα υλικά.

Ο ρεαλιστικός στόχος δεν είναι να σταματήσουν οι εισαγωγές. Είναι να αυξηθεί η εγχώρια προστιθέμενη αξία και να περιοριστούν οι κρίσιμες εξαρτήσεις.

Αυτό απαιτεί:

  1. Επενδύσεις σε σύγχρονο εξοπλισμό και υποδομές.
  2. Εκπαίδευση και τεχνικές δεξιότητες.
  3. Φθηνότερη και σταθερή ενέργεια.
  4. Μεγαλύτερες και περισσότερο εξωστρεφείς επιχειρήσεις.
  5. Σύνδεση πανεπιστημίων, έρευνας και παραγωγής.
  6. Σταθερούς φορολογικούς και αδειοδοτικούς κανόνες.
  7. Πρόσβαση στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά.

Αντίθετα, η γενικευμένη προστασία από τον διεθνή ανταγωνισμό μπορεί να οδηγήσει σε ακριβότερα προϊόντα, χαμηλή παραγωγικότητα και μόνιμη εξάρτηση επιχειρήσεων από κρατικές ενισχύσεις.

Ο πρωτογενής τομέας δεν σώζεται μόνο με επιδοτήσεις

Η ανάδειξη του αγροτικού ζητήματος αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα σημεία της Ελληνικής Λύσης. Ο πρωτογενής τομέας αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα: γήρανση παραγωγών, μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, υψηλό κόστος ενέργειας, έλλειψη εργατικών χεριών, πίεση στους υδάτινους πόρους και περιορισμένη διαπραγματευτική δύναμη απέναντι σε μεσάζοντες και αλυσίδες λιανικής.

Ωστόσο, μια πολιτική που περιορίζεται σε φθηνότερο πετρέλαιο, μειωμένους φόρους και περισσότερες επιδοτήσεις δεν αρκεί.

Χρειάζονται συγχρόνως:

  • αναδιάρθρωση καλλιεργειών βάσει της κλιματικής αλλαγής,
  • έξυπνη άρδευση και υποδομές αποθήκευσης νερού,
  • ισχυρότεροι και διαφανείς συνεταιρισμοί,
  • συμβολαιακή γεωργία,
  • πιστοποίηση και τυποποίηση προϊόντων,
  • μεταποίηση κοντά στον τόπο παραγωγής,
  • αποτελεσματικοί έλεγχοι στις παράνομες ελληνοποιήσεις.

Η οικονομική αξία δεν δημιουργείται μόνο στο χωράφι. Δημιουργείται επίσης στην επεξεργασία, στη συσκευασία, στο εμπορικό σήμα, στη διανομή και στις εξαγωγές.

Υδρογονάνθρακες και ενεργειακές υποσχέσεις

Η Ελληνική Λύση υποστηρίζει την έρευνα και αξιοποίηση πιθανών ελληνικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου και πετρελαίου. Η θέση αυτή βρίσκει ανταπόκριση επειδή συνδέεται με χαμηλότερες τιμές ενέργειας και μεγαλύτερη εθνική ανεξαρτησία.

Απαιτείται, όμως, αυστηρός διαχωρισμός ανάμεσα σε πιθανό γεωλογικό κοίτασμα και εμπορικά εκμεταλλεύσιμο απόθεμα.

Μέχρι να ολοκληρωθούν οι έρευνες και οι γεωτρήσεις δεν γνωρίζουμε:

  • το ακριβές μέγεθος των αποθεμάτων,
  • το κόστος εξόρυξης,
  • τον χρόνο έναρξης παραγωγής,
  • τις διεθνείς τιμές στις οποίες θα διατίθεται η ενέργεια,
  • το περιβαλλοντικό και ασφαλιστικό κόστος.

Ακόμη και μια σημαντική ανακάλυψη δεν σημαίνει αυτομάτως φθηνή ενέργεια για τον καταναλωτή. Οι υδρογονάνθρακες πωλούνται σε αγορές με διεθνείς τιμές. Το δημόσιο μπορεί να ωφεληθεί από φόρους, δικαιώματα και συμμετοχές, αλλά χρειάζεται συγκεκριμένο θεσμικό μοντέλο για να μεταφερθεί μέρος του οφέλους στην κοινωνία.

Η έρευνα κοιτασμάτων μπορεί να αποτελεί τμήμα μιας ενεργειακής στρατηγικής. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαταστήσει την εξοικονόμηση ενέργειας, τα δίκτυα, την αποθήκευση, τις διασυνδέσεις και ένα ισορροπημένο μείγμα παραγωγής.

Το δημοσιονομικό κενό των υποσχέσεων

Η βασική αδυναμία του οικονομικού λόγου της Ελληνικής Λύσης είναι ότι πολλές εξαγγελίες δεν συνοδεύονται από ολοκληρωμένη και επικαιροποιημένη κοστολόγηση.

Μειώσεις φόρων, φθηνότερα καύσιμα, επιδοτήσεις παραγωγών, αυξημένες αμυντικές δαπάνες, ενίσχυση συντάξεων και κοινωνικές παροχές μπορεί να είναι δημοφιλείς επιλογές. Δεν μπορούν, όμως, να εφαρμοστούν όλες ταυτόχρονα χωρίς ισοδύναμα έσοδα ή περικοπή άλλων δαπανών.

Η χώρα εξακολουθεί να έχει δημόσιο χρέος περίπου 141% του ΑΕΠ το 2026, σύμφωνα με την πρόβλεψη της Επιτροπής. Παρά την καθοδική πορεία, το ύψος του περιορίζει τον χώρο για μόνιμες παροχές χωρίς χρηματοδότηση.

Κάθε αξιόπιστο κυβερνητικό πρόγραμμα οφείλει να απαντά:

  • Πόσο κοστίζει κάθε μέτρο;
  • Πότε αρχίζει να εφαρμόζεται;
  • Ποιοι είναι οι δικαιούχοι;
  • Από πού προκύπτουν τα έσοδα;
  • Ποια επίδραση έχει στο χρέος, στις επενδύσεις και στις τιμές;
  • Είναι συμβατό με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες;

Χωρίς αυτές τις απαντήσεις, η οικονομική πρόταση παραμένει περισσότερο πολιτική κατεύθυνση παρά πρόγραμμα διακυβέρνησης.

Η ευρωπαϊκή αντίφαση

Η Ελληνική Λύση ασκεί έντονη κριτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στη γραφειοκρατία των Βρυξελλών και σε πλευρές της πράσινης πολιτικής. Παράλληλα, όμως, η ελληνική οικονομία εξαρτάται σημαντικά από την ενιαία αγορά, την Κοινή Αγροτική Πολιτική και τα ευρωπαϊκά επενδυτικά κεφάλαια.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι οι επενδύσεις του 2026 υποστηρίζονται από την υψηλή απορρόφηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Η Ελλάδα είχε εξασφαλίσει συνολικά περίπου 36 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια από το συγκεκριμένο εργαλείο.

Μια κυβέρνηση που θα επιδίωκε διαρκή σύγκρουση με την ΕΕ θα έπρεπε να υπολογίσει το κόστος για:

  • τις αγροτικές ενισχύσεις,
  • τις επενδύσεις σε υποδομές,
  • τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων,
  • τις ελληνικές εξαγωγές,
  • το κόστος δανεισμού του Δημοσίου.

Η υπεράσπιση εθνικών συμφερόντων μέσα στην ΕΕ είναι θεμιτή και αναγκαία. Η οικονομική απομόνωση, όμως, θα επιβάρυνε κυρίως τις μικρές επιχειρήσεις και τα χαμηλότερα εισοδήματα που το κόμμα δηλώνει ότι θέλει να προστατεύσει.

Το πρόβλημα της θεσμικής αξιοπιστίας

Η μετάβαση από την αντιπολίτευση στη διεκδίκηση κυβερνητικού ρόλου απαιτεί κάτι περισσότερο από ισχυρή ρητορική.

Απαιτεί σταθερές θέσεις, τεκμηριωμένα στοιχεία, αξιόπιστη ομάδα στελεχών και σαφή όρια ανάμεσα στην πολιτική κριτική και σε ισχυρισμούς που δεν μπορούν να αποδειχθούν.

Για ένα κόμμα που βασίζει μεγάλο μέρος της επιρροής του στην προσωπική επικοινωνία του αρχηγού του, υπάρχει επιπλέον κίνδυνος: η ισχύς του ηγέτη μπορεί να καλύπτει την οργανωτική αδυναμία του κόμματος.

Μια κυβέρνηση δεν διοικείται μόνο από τον πρόεδρό της. Χρειάζεται ανθρώπους ικανούς να διαχειριστούν υπουργεία, ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις, προϋπολογισμούς, κρίσεις, ανεξάρτητες αρχές και σύνθετα πληροφοριακά συστήματα.

Αυτό αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο τεστ για την Ελληνική Λύση: αν μπορεί να εξελιχθεί από προσωποκεντρικό κόμμα διαμαρτυρίας σε θεσμικά έτοιμη πολιτική δύναμη.

Μπορεί να γίνει κυβερνητικός εταίρος;

Με ποσοστά γύρω στο 8%, η Ελληνική Λύση δεν διεκδικεί αυτοδύναμη κυβέρνηση. Μπορεί, όμως, σε μια κατακερματισμένη Βουλή να αποκτήσει κρίσιμη κοινοβουλευτική βαρύτητα.

Εδώ δημιουργείται ένα πολιτικό δίλημμα.

Αν αρνείται κάθε συνεργασία, διατηρεί καθαρό το αντισυστημικό της προφίλ αλλά περιορίζει την πρακτική της επιρροή. Αν συμμετάσχει σε κυβέρνηση ή προσφέρει κοινοβουλευτική στήριξη, θα κληθεί να συμβιβαστεί και να αναλάβει ευθύνη για αποφάσεις που μέχρι σήμερα καταγγέλλει.

Η συμμετοχή στην εξουσία θα έθετε άμεσα το οικονομικό της πρόγραμμα σε δοκιμασία. Οι γενικές αναφορές στην αυτάρκεια θα έπρεπε να μετατραπούν σε νομοσχέδια, προϋπολογισμούς και συγκεκριμένες επιλογές χρηματοδότησης.

Τι εξηγεί τελικά την άνοδο

Η άνοδος του Κυριάκου Βελόπουλου δεν πρέπει να αποδίδεται μόνο στην επικοινωνιακή του ικανότητα ή στην ένταση της ρητορικής του.

Τροφοδοτείται από πραγματικές συνθήκες:

  • την επίμονη ακρίβεια,
  • την ανασφάλεια της μεσαίας τάξης,
  • την αίσθηση εγκατάλειψης της περιφέρειας,
  • την εξασθένηση παραδοσιακών κομματικών δεσμών,
  • τη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς,
  • την ανησυχία για την εθνική κυριαρχία και τη μετανάστευση,
  • την απουσία ισχυρής εναλλακτικής πρότασης από την υπόλοιπη αντιπολίτευση.

Ακόμη κι αν κάποιος διαφωνεί με τις απαντήσεις του κόμματος, δεν μπορεί να αγνοήσει τα προβλήματα στα οποία βασίζεται η απήχησή του.

Η πολιτική αντιπαράθεση που περιορίζεται σε χαρακτηρισμούς πιθανότατα ενισχύει τον Βελόπουλο. Η ουσιαστική απάντηση απαιτεί αποτελεσματική αντιμετώπιση του κόστους ζωής, ισχυρότερη περιφερειακή ανάπτυξη, πραγματική παραγωγική πολιτική και μεγαλύτερη λογοδοσία.

Πηγές

Η ετυμηγορία του οικονομολόγου

Η Ελληνική Λύση εντοπίζει σωστά μια θεμελιώδη αδυναμία της Ελλάδας: η χώρα χρειάζεται μεγαλύτερη παραγωγική βάση, ισχυρότερο πρωτογενή τομέα, περισσότερη μεταποίηση και μικρότερη εξάρτηση από κρίσιμες εισαγωγές. Αυτή η διάγνωση εξηγεί σημαντικό μέρος της αυξανόμενης απήχησης του Κυριάκου Βελόπουλου.

Η διάγνωση, όμως, δεν αποτελεί ακόμη θεραπεία. Η οικονομική αυτάρκεια δεν είναι ρεαλιστικός στόχος για μια μικρή, ανοικτή ευρωπαϊκή οικονομία. Ρεαλιστικός στόχος είναι η παραγωγική ανθεκτικότητα: περισσότερες εξαγωγές, υψηλότερη προστιθέμενη αξία, ενεργειακή διαφοροποίηση, τεχνολογία και ασφάλεια στις κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού.

Για να αποκτήσει κυβερνητική αξιοπιστία, η Ελληνική Λύση πρέπει να παρουσιάσει επικαιροποιημένο, αναλυτικά κοστολογημένο πρόγραμμα, με χρονοδιάγραμμα, πηγές χρηματοδότησης και αξιολόγηση συμβατότητας με το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Πρέπει επίσης να αποδείξει ότι διαθέτει στελέχη και θεσμική επάρκεια, όχι μόνο έναν αποτελεσματικό αρχηγό.

Η τελική οικονομική ετυμηγορία είναι σαφής: ο παραγωγικός πατριωτισμός μπορεί να αποτελέσει χρήσιμη οικονομική στρατηγική όταν σημαίνει επενδύσεις, εξωστρέφεια και ανταγωνιστικότητα. Όταν μετατρέπεται σε υπόσχεση αυτάρκειας χωρίς αριθμούς και κοστολόγηση, παραμένει ισχυρό εκλογικό σύνθημα, αλλά όχι ακόμη αξιόπιστο σχέδιο διακυβέρνησης.

Related Articles