Home Articles Η Ελλάδα γερνά και μικραίνει: Η νέα δημογραφική πραγματικότητα σε αριθμούς

Η Ελλάδα γερνά και μικραίνει: Η νέα δημογραφική πραγματικότητα σε αριθμούς

by Ageliki Anagnostou

Η Ελλάδα γερνά και μικραίνει: Η νέα δημογραφική πραγματικότητα σε αριθμούς

Η δημογραφική κρίση δεν αποτελεί πλέον μια μακρινή πρόβλεψη για το 2050 ή το 2100. Είναι μια πραγματικότητα που επηρεάζει ήδη τα σχολεία, την αγορά εργασίας, τις συντάξεις, το σύστημα υγείας, την περιφερειακή ανάπτυξη και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Το 2025 καταγράφηκαν μόλις 65.594 γεννήσεις, αριθμός μειωμένος κατά 4,2% σε σύγκριση με το 2024. Μέσα σε δύο χρόνια, οι γεννήσεις υποχώρησαν από 71.455 το 2023 σε 65.594 το 2025.

Την ίδια στιγμή, οι θάνατοι παραμένουν σχεδόν διπλάσιοι από τις γεννήσεις, ενώ το ποσοστό των ηλικιωμένων αυξάνεται και ο αριθμός των παιδιών μειώνεται.

Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει μόνο υπογεννητικότητα. Αντιμετωπίζει έναν συνδυασμό:

  • χαμηλής γονιμότητας,
  • καθυστερημένης τεκνοποίησης,
  • μείωσης των ανθρώπων αναπαραγωγικής ηλικίας,
  • γήρανσης του πληθυσμού,
  • περιφερειακής ερήμωσης,
  • μετανάστευσης νέων,
  • υψηλού κόστους στέγασης και ανατροφής παιδιών.

Η πτώση των γεννήσεων

Τα νεότερα στοιχεία αποτυπώνουν μια σταθερή καθοδική πορεία:

Έτος Γεννήσεις
2022 76.095
2023 71.455
2024 68.467
2025 65.594

Από το 2022 έως το 2025, οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά:

76.095 – 65.594 = 10.501 γεννήσεις

Η συνολική μείωση μέσα σε τρία χρόνια είναι περίπου:

10.501 ÷ 76.095 = 13,8%

Σε σχέση με το 2005, η πτώση των γεννήσεων προσεγγίζει πλέον το 39%.

Η Ελλάδα έχασε μέσα σε μία εικοσαετία σχεδόν τέσσερις στις δέκα ετήσιες γεννήσεις της.

Οι θάνατοι είναι σχεδόν διπλάσιοι από τις γεννήσεις

Το 2024 καταγράφηκαν:

  • 68.467 γεννήσεις,
  • 126.916 θάνατοι.

Το φυσικό δημογραφικό ισοζύγιο ήταν:

68.467 – 126.916 = –58.449 άνθρωποι

Αυτό σημαίνει ότι, χωρίς τη μετανάστευση, η χώρα έχασε σε έναν χρόνο πληθυσμό αντίστοιχο με μια ολόκληρη μεσαίου μεγέθους ελληνική πόλη.

Για κάθε 100 γεννήσεις το 2024 αντιστοιχούσαν περίπου:

126.916 ÷ 68.467 × 100 = 185 θάνατοι

Με άλλα λόγια, για κάθε παιδί που γεννιόταν, καταγράφονταν περίπου 1,85 θάνατοι.

Η μετανάστευση περιορίζει, αλλά δεν ανατρέπει, τη φυσική μείωση

Ο εκτιμώμενος πληθυσμός της Ελλάδας την 1η Ιανουαρίου 2025 ήταν 10.372.335 άνθρωποι, έναντι 10.375.764 την προηγούμενη χρονιά.

Η συνολική μείωση εμφανίζεται σχετικά μικρή, περίπου 3.429 άνθρωποι, επειδή το θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο κάλυψε σχεδόν ολόκληρο το φυσικό έλλειμμα.

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ:

  • φυσική μείωση: περίπου 57.564 άνθρωποι,
  • καθαρή μετανάστευση: περίπου +54.135 άνθρωποι.

Η σχέση αυτή αποδεικνύει ότι η μετανάστευση αποτελεί πλέον κρίσιμο παράγοντα σταθεροποίησης του συνολικού πληθυσμού.

Δεν λύνει, όμως, αυτομάτως το δημογραφικό πρόβλημα. Η επίδρασή της εξαρτάται από:

  • την ηλικία των μεταναστών,
  • τη συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας,
  • την παραμονή τους στη χώρα,
  • την πρόσβαση στην εκπαίδευση,
  • την κοινωνική και οικονομική ένταξη,
  • την περιφερειακή κατανομή τους.

Χωρίς οργανωμένη πολιτική ένταξης, η χώρα μπορεί να έχει θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο χωρίς να καλύπτει αποτελεσματικά τα κενά δεξιοτήτων και εργασίας.

Η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των γηραιότερων χωρών της Ευρώπης

Η διάμεση ηλικία στην Ελλάδα το 2025 έφτασε τα 47,2 έτη. Ήταν η τέταρτη υψηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά την Ιταλία, τη Βουλγαρία και την Πορτογαλία.

Το 2005 η διάμεση ηλικία στην Ελλάδα ήταν περίπου 39,2 έτη. Μέσα σε είκοσι χρόνια αυξήθηκε κατά περίπου οκτώ έτη.

Δείκτης Ελλάδα
Διάμεση ηλικία, 2025 47,2 έτη
Αύξηση από το 2005 8 έτη
Πληθυσμός 0–14 ετών 12,8%
Πληθυσμός 15–64 ετών 63,5%
Πληθυσμός 65 ετών και άνω 23,7%
Δείκτης γήρανσης 185,4

Ο δείκτης γήρανσης 185,4 σημαίνει ότι αντιστοιχούν περίπου 185 άνθρωποι ηλικίας 65 ετών και άνω σε κάθε 100 παιδιά ηλικίας έως 14 ετών.

Η ηλικιακή πυραμίδα έχει ουσιαστικά αντιστραφεί.

Οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά

Με βάση τα ποσοστά της ΕΛΣΤΑΤ και συνολικό πληθυσμό περίπου 10,37 εκατομμυρίων:

Παιδιά 0–14 ετών

10,37 εκατ. × 12,8% ≈ 1,33 εκατ. παιδιά

Πληθυσμός 65 ετών και άνω

10,37 εκατ. × 23,7% ≈ 2,46 εκατ. άνθρωποι

Η διαφορά είναι περίπου:

2,46 – 1,33 = 1,13 εκατ. περισσότεροι ηλικιωμένοι από παιδιά

Η εικόνα αυτή επηρεάζει άμεσα:

  • τη χρηματοδότηση των συντάξεων,
  • τη ζήτηση για υπηρεσίες υγείας,
  • τις ανάγκες μακροχρόνιας φροντίδας,
  • τη λειτουργία των σχολείων,
  • το μέγεθος του μελλοντικού εργατικού δυναμικού.

Ο δημογραφικός δείκτης εξάρτησης

Ο πληθυσμός ηλικίας 15–64 ετών αποτελεί περίπου το 63,5% του συνόλου. Οι ηλικίες 0–14 και 65+ αντιστοιχούν συνολικά στο 36,5%.

Ένας απλοποιημένος δημογραφικός λόγος εξάρτησης είναι:

36,5 ÷ 63,5 × 100 = 57,5

Αυτό σημαίνει ότι αντιστοιχούν περίπου 58 παιδιά και ηλικιωμένοι σε κάθε 100 ανθρώπους παραγωγικής ηλικίας.

Ο δείκτης δεν σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι ηλικίας 15–64 εργάζονται ούτε ότι όλοι οι άνω των 65 είναι οικονομικά εξαρτημένοι. Δείχνει, όμως, την αυξανόμενη δημογραφική πίεση που καλείται να αντιμετωπίσει ο πληθυσμός εργασιακής ηλικίας.

Η τεκνοποίηση μεταφέρεται σε μεγαλύτερες ηλικίες

Το 2025 καταγράφηκαν:

  • 5.780 γεννήσεις από μητέρες ηλικίας 40–44 ετών,
  • 1.115 γεννήσεις από μητέρες ηλικίας 45–49 ετών,
  • 290 γεννήσεις από γυναίκες άνω των 50 ετών.

Σε βάθος εικοσαετίας, οι γεννήσεις από γυναίκες 40–44 ετών αυξήθηκαν κατά περίπου 105%, ενώ στις ηλικίες 45–49 η αύξηση έφτασε περίπου το 324%.

Η καθυστέρηση της τεκνοποίησης συνδέεται με:

  • μεγαλύτερη διάρκεια σπουδών,
  • ασταθή εργασία,
  • χαμηλά εισοδήματα,
  • δυσκολία εξεύρεσης κατοικίας,
  • έλλειψη υπηρεσιών φροντίδας,
  • καθυστερημένη οικονομική ανεξαρτητοποίηση,
  • αλλαγές στις προσωπικές και κοινωνικές επιλογές.

Η μεταφορά της πρώτης γέννησης σε μεγαλύτερες ηλικίες περιορίζει το διαθέσιμο χρονικό διάστημα για δεύτερο ή τρίτο παιδί και αυξάνει την πιθανότητα ακούσιας ατεκνίας.

Η περιφερειακή διάσταση

Το 2025 οι γεννήσεις μειώθηκαν στις 12 από τις 13 περιφέρειες της χώρας.

Οι μεγαλύτερες μειώσεις καταγράφηκαν:

  • στην Ήπειρο: –10,8%,
  • στη Στερεά Ελλάδα: –8,2%,
  • στο Βόρειο Αιγαίο: –6,4%.

Η Κρήτη ήταν η μοναδική περιφέρεια που παρουσίασε αύξηση, περίπου 2,5%.

Η διαφορά αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι η Κρήτη διατηρεί μεγαλύτερο μέρος του νεότερου πληθυσμού της και διαθέτει ισχυρότερη οικονομική και πληθυσμιακή δυναμική από άλλες περιφέρειες.

Στην περιφέρεια, το δημογραφικό πρόβλημα δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο:

  1. Μειώνεται ο νεανικός πληθυσμός.
  2. Κλείνουν σχολεία και υπηρεσίες.
  3. Περιορίζονται οι θέσεις εργασίας.
  4. Οι νέοι μετακινούνται προς τα αστικά κέντρα ή το εξωτερικό.
  5. Η τοπική αγορά συρρικνώνεται.
  6. Η περιοχή γίνεται ακόμη λιγότερο ελκυστική για νέες οικογένειες.

Τα σχολεία ως πρώτος ορατός δείκτης

Η μείωση των γεννήσεων μεταφέρεται με χρονική καθυστέρηση στο εκπαιδευτικό σύστημα.

Το 2025 ανακοινώθηκε αναστολή λειτουργίας σε περισσότερα από 750 σχολεία, πάνω από το 5% του συνόλου, λόγω ανεπαρκούς αριθμού μαθητών.

Ο αριθμός των μαθητών του δημοτικού είχε μειωθεί κατά περίπου 19% από το 2018.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε απομακρυσμένα χωριά και μικρά νησιά. Εμφανίζεται πλέον και σε περιοχές της Αττικής.

Το κλείσιμο ενός σχολείου δεν είναι απλώς διοικητική προσαρμογή. Μπορεί να επιταχύνει την εγκατάλειψη μιας κοινότητας, καθώς οι οικογένειες αναγκάζονται να μετακινηθούν σε περιοχή με εκπαιδευτικές υπηρεσίες.

Η επίδραση στην αγορά εργασίας

Η μείωση του πληθυσμού εργασιακής ηλικίας δημιουργεί ελλείψεις σε:

  • υγεία,
  • φροντίδα ηλικιωμένων,
  • τεχνικά επαγγέλματα,
  • αγροτική παραγωγή,
  • τουρισμό,
  • πληροφορική,
  • κατασκευές,
  • μεταφορές,
  • εκπαίδευση.

Η έλλειψη εργαζομένων μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερους μισθούς σε ορισμένους κλάδους. Μπορεί, όμως, επίσης να περιορίσει:

  • την παραγωγική ικανότητα,
  • τις επενδύσεις,
  • τη λειτουργία επιχειρήσεων,
  • τα φορολογικά έσοδα,
  • την περιφερειακή ανάπτυξη.

Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης έχει εκτιμήσει ότι η δημογραφική γήρανση μπορεί να μειώσει την ετήσια αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ στις επηρεαζόμενες οικονομίες κατά περίπου 0,4 ποσοστιαίες μονάδες έως το 2050.

Μια μείωση 0,4 μονάδων κάθε χρόνο μπορεί να φαίνεται περιορισμένη. Όταν επαναλαμβάνεται για δεκαετίες, δημιουργεί μεγάλη σωρευτική απώλεια παραγωγής και εισοδήματος.

Η επίδραση στο ασφαλιστικό σύστημα

Το συνταξιοδοτικό σύστημα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εισφορές των σημερινών εργαζομένων.

Όταν μειώνεται ο αριθμός των εργαζομένων και αυξάνεται ο αριθμός των συνταξιούχων, δημιουργούνται τέσσερις πιθανές προσαρμογές:

  1. Αύξηση εισφορών.
  2. Αύξηση φορολογικής χρηματοδότησης.
  3. Περιορισμός συνταξιοδοτικών παροχών.
  4. Παράταση του εργασιακού βίου.

Η αύξηση της παραγωγικότητας μπορεί να μετριάσει το πρόβλημα. Ένας μικρότερος αριθμός εργαζομένων μπορεί να στηρίζει μεγαλύτερο οικονομικό προϊόν εάν χρησιμοποιεί καλύτερη τεχνολογία, εκπαίδευση και κεφαλαιουχικό εξοπλισμό.

Η παραγωγικότητα, όμως, πρέπει να αυξάνεται αρκετά γρήγορα ώστε να αντισταθμίζει τη μείωση του εργατικού δυναμικού.

Υγεία και μακροχρόνια φροντίδα

Η γήρανση αυξάνει τη ζήτηση για:

  • πρωτοβάθμια περίθαλψη,
  • φάρμακα,
  • νοσοκομειακές υπηρεσίες,
  • αποκατάσταση,
  • φροντίδα στο σπίτι,
  • μονάδες ηλικιωμένων,
  • επαγγελματίες φροντιστές.

Την ίδια στιγμή, οι οικογένειες γίνονται μικρότερες. Λιγότερα παιδιά καλούνται να αναλάβουν τη φροντίδα περισσότερων ηλικιωμένων συγγενών.

Χωρίς οργανωμένο σύστημα μακροχρόνιας φροντίδας, το βάρος μεταφέρεται κυρίως στις γυναίκες, περιορίζοντας τη συμμετοχή τους στην εργασία και ενισχύοντας περαιτέρω το δημογραφικό πρόβλημα.

Γιατί τα επιδόματα δεν αρκούν

Η Ελλάδα δαπανά ήδη περίπου 1 δισ. ευρώ ετησίως σε μέτρα που σχετίζονται με τα παιδιά και την οικογένεια. Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για το Δημογραφικό προβλέπει συνολικές παρεμβάσεις περίπου 20 δισ. ευρώ έως το 2035.

Παράλληλα, το πακέτο μέτρων του 2026 περιλαμβάνει:

  • μειώσεις φορολογικών συντελεστών,
  • μεγαλύτερες ελαφρύνσεις για οικογένειες με παιδιά,
  • μηδενικό φόρο για ορισμένες πολύτεκνες οικογένειες χαμηλού εισοδήματος,
  • φορολογικά κίνητρα για νέους,
  • μέτρα στέγασης,
  • κίνητρα για μικρούς και ακριτικούς οικισμούς,
  • διεύρυνση υπηρεσιών φροντίδας παιδιών.

Τα μέτρα μειώνουν μέρος του οικονομικού κόστους. Δεν μπορούν, όμως, να ανατρέψουν μόνα τους τη δημογραφική τάση.

Η απόφαση για την απόκτηση παιδιού επηρεάζεται από ολόκληρο το οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον:

  • σταθερότητα εργασίας,
  • διαθέσιμο εισόδημα,
  • κόστος κατοικίας,
  • ωράρια εργασίας,
  • πρόσβαση σε παιδικούς σταθμούς,
  • ποιότητα σχολείων,
  • υπηρεσίες υγείας,
  • ισότητα στην οικογενειακή φροντίδα,
  • εμπιστοσύνη στο μέλλον.

Ένα εφάπαξ επίδομα μπορεί να βοηθήσει στα πρώτα έξοδα. Δεν καλύπτει το κόστος ανατροφής ενός παιδιού για δύο δεκαετίες.

Το κόστος ανατροφής και η αβεβαιότητα

Οι νέοι δεν αποφασίζουν μόνο βάσει του σημερινού εισοδήματός τους. Αξιολογούν εάν θα μπορούν τα επόμενα χρόνια να καλύψουν:

  • μεγαλύτερη κατοικία,
  • φροντίδα βρέφους,
  • διατροφή,
  • ρουχισμό,
  • υγεία,
  • εκπαίδευση,
  • δραστηριότητες,
  • απώλεια εισοδήματος λόγω φροντίδας.

Όταν οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν προσωρινές συμβάσεις, χαμηλές αποδοχές και υψηλά ενοίκια, η τεκνοποίηση μετατρέπεται σε οικονομικό κίνδυνο.

Η δημογραφική πολιτική πρέπει να μειώνει αυτή τη μακροχρόνια αβεβαιότητα και όχι μόνο το αρχικό κόστος της γέννησης.

Ποια πολιτική χρειάζεται

1. Προσιτή οικογενειακή κατοικία

Η στεγαστική πολιτική αποτελεί δημογραφική πολιτική.

Χρειάζονται:

  • κοινωνικές κατοικίες,
  • προσιτές μακροχρόνιες μισθώσεις,
  • φοιτητική στέγαση,
  • αξιοποίηση κενών ακινήτων,
  • υποστήριξη οικογενειών σε περιοχές με υψηλά ενοίκια.

2. Καθολική πρόσβαση στη φροντίδα παιδιών

Οι βρεφονηπιακοί και παιδικοί σταθμοί πρέπει να διαθέτουν:

  • επαρκείς θέσεις,
  • διευρυμένα ωράρια,
  • προσιτό κόστος,
  • κάλυψη μικρών δήμων,
  • ποιοτικές υπηρεσίες.

3. Σταθερή εργασία και υψηλότερα εισοδήματα

Η δημιουργία οικογένειας απαιτεί προβλεψιμότητα.

Χρειάζονται:

  • σταθερότερες συμβάσεις,
  • καλύτεροι μισθοί,
  • προστασία από διακρίσεις λόγω μητρότητας,
  • ουσιαστική γονική άδεια και για τους δύο γονείς,
  • ευέλικτη εργασία χωρίς επαγγελματική τιμωρία.

4. Επιστροφή των νέων που μετανάστευσαν

Η χώρα πρέπει να δημιουργήσει πραγματικά κίνητρα επιστροφής:

  • ανταγωνιστικούς μισθούς,
  • διαφανείς προσλήψεις,
  • φορολογική σταθερότητα,
  • ερευνητικές ευκαιρίες,
  • αναγνώριση δεξιοτήτων,
  • πρόσβαση σε κατοικία.

5. Οργανωμένη μεταναστευτική πολιτική

Η μετανάστευση μπορεί να μειώσει τις ελλείψεις εργατικού δυναμικού, αλλά χρειάζεται:

  • νόμιμες οδούς εισόδου,
  • γλωσσική εκπαίδευση,
  • αναγνώριση προσόντων,
  • εργασιακή προστασία,
  • κοινωνική ένταξη,
  • πρόσβαση των παιδιών στην εκπαίδευση.

6. Περιφερειακή δημογραφική πολιτική

Δεν αρκεί μία ενιαία εθνική στρατηγική.

Η Ήπειρος, το Βόρειο Αιγαίο, η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη και οι ορεινές περιοχές χρειάζονται ειδικά σχέδια για:

  • υπηρεσίες υγείας,
  • σχολεία,
  • μεταφορές,
  • ψηφιακές υποδομές,
  • εργασία,
  • κατοικία,
  • στήριξη τοπικών επιχειρήσεων.

7. Παραγωγικότητα και τεχνολογία

Η τεχνητή νοημοσύνη, η αυτοματοποίηση και η ψηφιοποίηση μπορούν να αντισταθμίσουν μέρος της μείωσης του εργατικού δυναμικού.

Η τεχνολογία πρέπει να συνοδεύεται από:

  • εκπαίδευση,
  • επανειδίκευση,
  • επενδύσεις,
  • προστασία εργαζομένων,
  • διάχυση της καινοτομίας στις μικρές επιχειρήσεις.

Πώς πρέπει να αξιολογούνται τα μέτρα

Η αποτελεσματικότητα δεν πρέπει να μετράται μόνο από το συνολικό ποσό δαπανών.

Χρειάζονται συγκεκριμένοι δείκτες:

  • γεννήσεις ανά γυναίκα,
  • μέση ηλικία πρώτης γέννησης,
  • ποσοστό νέων που ζουν με τους γονείς,
  • κόστος κατοικίας για οικογένειες,
  • διαθεσιμότητα παιδικής φροντίδας,
  • γυναικεία απασχόληση,
  • επιστροφή νέων από το εξωτερικό,
  • πληθυσμιακή μεταβολή ανά περιφέρεια,
  • αριθμός σχολείων και υπηρεσιών που παραμένουν ενεργά,
  • καθαρή μετανάστευση ανθρώπων παραγωγικής ηλικίας.

Τα μέτρα πρέπει να αξιολογούνται σε βάθος χρόνου. Καμία σοβαρή δημογραφική πολιτική δεν μπορεί να κριθεί μέσα σε έναν ή δύο προϋπολογισμούς.

Συμπέρασμα

Η Ελλάδα γερνά και μικραίνει ταυτόχρονα.

Τα βασικά δεδομένα είναι σαφή:

  • 65.594 γεννήσεις το 2025,
  • μείωση 13,8% από το 2022,
  • πτώση περίπου 39% από το 2005,
  • σχεδόν 185 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις το 2024,
  • διάμεση ηλικία 47,2 ετών,
  • 23,7% του πληθυσμού ηλικίας 65 ετών και άνω,
  • μόλις 12,8% παιδιά έως 14 ετών,
  • περίπου 185 ηλικιωμένοι για κάθε 100 παιδιά.

Η μετανάστευση περιορίζει τη συνολική πληθυσμιακή μείωση, αλλά δεν εξαφανίζει τη γήρανση και δεν υποκαθιστά την ανάγκη για σταθερή οικογενειακή, στεγαστική και εργασιακή πολιτική.

Πηγές

Η ετυμηγορία του οικονομολόγου

Το δημογραφικό πρόβλημα είναι ταυτόχρονα αποτέλεσμα και αιτία οικονομικής αδυναμίας.

Τα χαμηλά εισοδήματα, η ακριβή κατοικία, η εργασιακή ανασφάλεια και η ανεπαρκής φροντίδα παιδιών μειώνουν την επιθυμητή τεκνοποίηση. Στη συνέχεια, οι λιγότερες γεννήσεις περιορίζουν το μελλοντικό εργατικό δυναμικό, αποδυναμώνουν την παραγωγή και αυξάνουν το δημοσιονομικό βάρος των συντάξεων και της υγείας.

Δημιουργείται έτσι ένας αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος:

Οικονομική αβεβαιότητα → λιγότερες γεννήσεις → μικρότερο εργατικό δυναμικό → χαμηλότερη ανάπτυξη → μεγαλύτερη δημοσιονομική πίεση

Τα εφάπαξ επιδόματα είναι χρήσιμα αλλά ανεπαρκή. Μια οικογένεια δεν αποφασίζει να αποκτήσει παιδί μόνο επειδή λαμβάνει μία βραχυχρόνια οικονομική ενίσχυση. Αποφασίζει όταν εμπιστεύεται ότι θα διαθέτει εργασία, κατοικία, παιδική φροντίδα, εκπαίδευση και πραγματική προοπτική.

Η χώρα δεν μπορεί να επαναφέρει άμεσα τις γεννήσεις στα επίπεδα προηγούμενων δεκαετιών. Μπορεί, όμως:

  • να μειώσει την ταχύτητα της πτώσης,
  • να βοηθήσει τα ζευγάρια να αποκτήσουν τον αριθμό παιδιών που πραγματικά επιθυμούν,
  • να αυξήσει τη συμμετοχή των γυναικών και των μεγαλύτερων ηλικιών στην εργασία,
  • να προσελκύσει πίσω νέους Έλληνες,
  • να εντάξει αποτελεσματικά τους μετανάστες,
  • να αυξήσει την παραγωγικότητα.

Η τελική ετυμηγορία

Το δημογραφικό δεν λύνεται με μια πολιτική γεννήσεων. Χρειάζεται ένα νέο κοινωνικό και παραγωγικό συμβόλαιο που θα επιτρέπει στους νέους να εργάζονται, να κατοικούν και να δημιουργούν οικογένεια χωρίς να φοβούνται ότι ένα παιδί θα τους οδηγήσει σε οικονομική ανασφάλεια.

Η δαπάνη 20 δισ. ευρώ έως το 2035 μπορεί να αποτελέσει σημαντική επένδυση. Θα αποτύχει, όμως, εάν κατανεμηθεί κυρίως σε αποσπασματικά επιδόματα χωρίς μετρήσιμη βελτίωση στη στέγαση, στους μισθούς, στη φροντίδα παιδιών και στις περιφερειακές υπηρεσίες.

Μια χώρα δεν χάνει το μέλλον της μόνο όταν μειώνεται ο συνολικός πληθυσμός της. Το χάνει όταν οι νέοι άνθρωποι παύουν να πιστεύουν ότι μπορούν να δημιουργήσουν τη ζωή που επιθυμούν μέσα σε αυτή.

Related Articles