Υγεία στην Ελλάδα: Από τη νοσοκομειακή πίεση στην πρόληψη και την ισότιμη πρόσβαση
Η δημόσια Υγεία στην Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο. Το ΕΣΥ διαθέτει σημαντικό ανθρώπινο δυναμικό και έχει προχωρήσει σε ψηφιακές και οργανωτικές μεταρρυθμίσεις, όμως η πραγματική πρόσβαση των πολιτών εξακολουθεί να παρουσιάζει σοβαρές ανισότητες.
Τα δεδομένα του OECD είναι αποκαλυπτικά: μόλις 27% των πολιτών στην Ελλάδα δηλώνει ικανοποιημένο από τη διαθεσιμότητα ποιοτικών υπηρεσιών υγείας, έναντι 64% κατά μέσο όρο στον OECD. Παράλληλα, 12,1% του πληθυσμού αναφέρει ανεκπλήρωτες ανάγκες για ιατρική περίθαλψη, έναντι 3,4% στον OECD.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική όταν εξετάζονται τα χαμηλότερα εισοδήματα. Στην Ελλάδα, περισσότεροι από ένας στους έξι πολίτες του χαμηλότερου εισοδηματικού πεμπτημορίου δηλώνουν ότι δεν μπόρεσαν να λάβουν την ιατρική φροντίδα που χρειάζονταν.
Ανάλυση
Η καθολική κάλυψη δεν σημαίνει πάντα πραγματική πρόσβαση
Η Ελλάδα καλύπτει τυπικά το σύνολο του πληθυσμού για ένα βασικό πακέτο υπηρεσιών υγείας. Όμως η πραγματική πρόσβαση εξαρτάται από τρεις παράγοντες: χρόνο αναμονής, κόστος και γεωγραφική απόσταση.
Αυτό εξηγεί γιατί μπορεί να συνυπάρχει καθολική κάλυψη με υψηλά ποσοστά ανεκπλήρωτων αναγκών.
Ο πολίτης μπορεί να έχει δικαίωμα σε μια εξέταση ή θεραπεία, αλλά αν πρέπει να περιμένει πολλούς μήνες ή να πληρώσει ιδιωτικά για να εξυπηρετηθεί εγκαίρως, η τυπική κάλυψη δεν μετατρέπεται σε ουσιαστική πρόσβαση.
Η γεωγραφία δημιουργεί μια Ελλάδα δύο ταχυτήτων
Η πρόσβαση είναι ακόμη δυσκολότερη στην περιφέρεια.
Σύμφωνα με τον OECD, περίπου 15% του πληθυσμού ακόμη και στις αστικές περιοχές ζει μακριά από νοσοκομείο, ενώ στις αγροτικές περιοχές το ποσοστό φτάνει το 43%.
Για μια χώρα με δεκάδες νησιά, ορεινούς οικισμούς και μεγάλη εποχική μεταβολή πληθυσμού λόγω τουρισμού, αυτό αποτελεί σοβαρό πρόβλημα δημόσιας πολιτικής.
Η πραγματική ισότητα στην Υγεία δεν σημαίνει ότι κάθε περιοχή χρειάζεται το ίδιο νοσοκομείο. Σημαίνει ότι κάθε πολίτης πρέπει να μπορεί να φτάσει έγκαιρα στην κατάλληλη υπηρεσία.
Αυτό απαιτεί καλύτερη πρωτοβάθμια φροντίδα, τηλεϊατρική, οργανωμένες διακομιδές και ισχυρότερη στελέχωση των περιφερειακών δομών.
Πολλοί γιατροί, λίγοι νοσηλευτές
Η Ελλάδα εμφανίζει και μια ιδιαίτερη ανισορροπία στη σύνθεση του ανθρώπινου δυναμικού.
Ο αριθμός των γιατρών είναι υψηλός σε διεθνή σύγκριση, όμως οι νοσηλευτές παραμένουν πολύ λιγότεροι από τον μέσο όρο του OECD.
Αυτό έχει άμεση επίπτωση στη λειτουργία των νοσοκομείων.
Η σύγχρονη νοσοκομειακή περίθαλψη δεν εξαρτάται μόνο από τον αριθμό των γιατρών. Χρειάζεται επαρκές νοσηλευτικό προσωπικό, τεχνολόγους, φυσιοθεραπευτές και άλλες ειδικότητες.
Όταν ένα σύστημα στερείται κρίσιμες επαγγελματικές ομάδες, αυξάνεται η πίεση στο υπάρχον προσωπικό και μειώνεται η παραγωγικότητα ολόκληρης της δομής.
Το κόστος μεταφέρεται στον πολίτη
Μόλις 61% της συνολικής δαπάνης υγείας στην Ελλάδα καλύπτεται μέσω υποχρεωτικών δημόσιων ή ασφαλιστικών μηχανισμών, έναντι περίπου 75% στον OECD.
Το υπόλοιπο βάρος μεταφέρεται σε σημαντικό βαθμό στα νοικοκυριά.
Αυτό δημιουργεί μια μορφή οικονομικής ανισότητας: ο πολίτης με υψηλότερο εισόδημα μπορεί ευκολότερα να πληρώσει ιδιωτική επίσκεψη, εξέταση ή οδοντιατρική περίθαλψη. Ο οικονομικά ασθενέστερος μπορεί να αναβάλει τη φροντίδα.
Το Country Health Profile 2025 για την Ελλάδα δείχνει μάλιστα ότι μεταξύ όσων βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας, 32% αναφέρει ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες και 53% ανεκπλήρωτες ανάγκες οδοντιατρικής φροντίδας.
Άρα το ζήτημα της Υγείας μετατρέπεται και σε ζήτημα κοινωνικής ανισότητας.
Η αναμονή έχει πραγματικό οικονομικό κόστος
Ο χρόνος αναμονής δεν είναι απλώς ταλαιπωρία.
Αν μια διάγνωση καθυστερεί, μια ασθένεια μπορεί να εξελιχθεί και να απαιτήσει ακριβότερη θεραπεία.
Αν ένας εργαζόμενος παραμένει για περισσότερο διάστημα εκτός εργασίας, μειώνεται η παραγωγή και αυξάνεται το κόστος για το νοικοκυριό, την επιχείρηση και το ασφαλιστικό σύστημα.
Η Ελλάδα έχει ήδη εισαγάγει την Ενιαία Ψηφιακή Λίστα Χειρουργείων, ώστε να υπάρχει καλύτερη παρακολούθηση των χρόνων αναμονής.
Το επόμενο βήμα πρέπει να είναι ακόμη πιο φιλόδοξο: πραγματικά δεδομένα αναμονής ανά νοσοκομείο, ειδικότητα και περιοχή, ώστε η διοίκηση να μπορεί να εντοπίζει πού δημιουργούνται τα μεγαλύτερα προβλήματα.
Η πρόληψη είναι το μεγαλύτερο οικονομικό περιθώριο
Η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει χαμηλή συμμετοχή σε ορισμένα προγράμματα πρόληψης.
Μόλις 15% των επιλέξιμων γυναικών καταγράφεται ότι έχει συμμετάσχει σε έλεγχο για καρκίνο του μαστού, έναντι 55% κατά μέσο όρο στον OECD.
Το στοιχείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή τα καρδιαγγειακά νοσήματα και ο καρκίνος ευθύνονται για πάνω από το μισό των θανάτων στην Ελλάδα.
Οικονομικά, η πρόληψη έχει μεγάλη απόδοση.
Η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να σημαίνει:
- φθηνότερη θεραπεία,
- μικρότερη νοσηλεία,
- λιγότερες ημέρες απουσίας από την εργασία,
- και καλύτερη ποιότητα ζωής.
Η σωστή πολιτική Υγείας επομένως δεν πρέπει να ξεκινά στο νοσοκομείο.
Πρέπει να ξεκινά πριν ο πολίτης χρειαστεί το νοσοκομείο.
Υγεία και παραγωγικότητα
Ένα υγιέστερο εργατικό δυναμικό είναι πιο παραγωγικό.
Σε μια χώρα που αντιμετωπίζει ήδη δημογραφική γήρανση και περιορισμό του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού, η πρόληψη των χρόνιων νοσημάτων γίνεται ακόμη πιο σημαντική.
Η επένδυση στην Υγεία επομένως δεν είναι μόνο κοινωνική δαπάνη.
Είναι επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο και στην παραγωγική ικανότητα της χώρας.
Τι χρειάζεται να αλλάξει
Η Ελλάδα χρειάζεται μια μετατόπιση από το μοντέλο που επικεντρώνεται κυρίως στο νοσοκομείο προς ένα σύστημα που επενδύει περισσότερο:
στην πρωτοβάθμια φροντίδα, στην πρόληψη, στην επαρκή στελέχωση, στην τηλεϊατρική και στη μέτρηση των αποτελεσμάτων.
Το πραγματικό μέτρο επιτυχίας δεν πρέπει να είναι μόνο πόσα χρήματα δαπανώνται ή πόσες προσλήψεις ανακοινώνονται.
Πρέπει να μετράμε:
πόσο μειώθηκε η αναμονή, πόσοι περισσότεροι πολίτες εξετάστηκαν προληπτικά, πόσο μειώθηκαν οι πληρωμές από την τσέπη και πόσο περιορίστηκαν οι ανισότητες στην πρόσβαση.
Η ετυμηγορία του οικονομολόγου
Το 12,1% ανεκπλήρωτων ιατρικών αναγκών έναντι 3,4% στον OECD, το χαμηλό 27% ικανοποίησης από τη διαθεσιμότητα ποιοτικής περίθαλψης και η μεγάλη οικονομική επιβάρυνση των χαμηλότερων εισοδημάτων δείχνουν ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει μόνο πρόβλημα χρηματοδότησης.
Αντιμετωπίζει πρόβλημα πρόσβασης, κατανομής πόρων και πρόληψης.
Το ισχυρό σύστημα Υγείας δεν είναι εκείνο που έχει απλώς περισσότερα νοσοκομεία ή μεγαλύτερο προϋπολογισμό. Είναι εκείνο που κρατά περισσότερους ανθρώπους υγιείς, θεραπεύει εγκαίρως όσους αρρωσταίνουν και δεν αναγκάζει το εισόδημα ή τον τόπο κατοικίας να καθορίζει ποιος θα λάβει την καλύτερη φροντίδα.
Αυτό είναι το πραγματικό κριτήριο μιας σύγχρονης και δίκαιης δημόσιας πολιτικής Υγείας.