Home Articles Τεχνητή Νοημοσύνη και ελληνική αγορά εργασίας: Απειλή για θέσεις ή ευκαιρία για υψηλότερη παραγωγικότητα;

Τεχνητή Νοημοσύνη και ελληνική αγορά εργασίας: Απειλή για θέσεις ή ευκαιρία για υψηλότερη παραγωγικότητα;

by Ageliki Anagnostou

Τεχνητή Νοημοσύνη και ελληνική αγορά εργασίας: Απειλή για θέσεις ή ευκαιρία για υψηλότερη παραγωγικότητα;

Η τεχνητή νοημοσύνη περνά με μεγάλη ταχύτητα από τα ερευνητικά εργαστήρια στην καθημερινή οικονομία. Τράπεζες, λογιστικά γραφεία, εμπορικές επιχειρήσεις, τουρισμός, εκπαίδευση, υγεία και δημόσια διοίκηση αρχίζουν να χρησιμοποιούν εργαλεία που πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν τεχνολογία του μέλλοντος.

Το ερώτημα για την Ελλάδα είναι κρίσιμο: θα χρησιμοποιήσουμε την τεχνητή νοημοσύνη για να αυξήσουμε την παραγωγικότητα ή θα δημιουργήσει ένα νέο χάσμα μεταξύ εργαζομένων και επιχειρήσεων που μπορούν να προσαρμοστούν και εκείνων που θα μείνουν πίσω;

Η χώρα ξεκινά από μια δύσκολη βάση. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 περίπου 20% των επιχειρήσεων της ΕΕ με τουλάχιστον 10 εργαζομένους χρησιμοποιούσε τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, από 13,5% το 2024. Η αύξηση μέσα σε έναν χρόνο δείχνει πόσο γρήγορα αλλάζει το ευρωπαϊκό επιχειρηματικό περιβάλλον.

Ανάλυση

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν καταργεί απλώς επαγγέλματα — αλλάζει καθήκοντα

Η συζήτηση συχνά παρουσιάζεται ως δίλημμα: «ο άνθρωπος ή η μηχανή».

Οικονομικά, όμως, το ζήτημα είναι πιο σύνθετο.

Οι περισσότερες θέσεις εργασίας αποτελούνται από πολλά διαφορετικά καθήκοντα. Κάποια μπορούν να αυτοματοποιηθούν, άλλα μπορούν να γίνουν ταχύτερα με τη βοήθεια της AI και άλλα εξακολουθούν να απαιτούν ανθρώπινη κρίση, δημιουργικότητα, επικοινωνία ή ευθύνη.

Ο λογιστής μπορεί να χρησιμοποιήσει AI για την επεξεργασία εγγράφων. Ο γιατρός για την υποστήριξη μιας διάγνωσης. Ο εκπαιδευτικός για την προετοιμασία υλικού. Ο μηχανικός για την ανάλυση δεδομένων.

Το οικονομικό αποτέλεσμα επομένως εξαρτάται από το αν η τεχνολογία αντικαθιστά τον εργαζόμενο ή αυξάνει την παραγωγικότητά του.

Για την Ελλάδα η ευκαιρία είναι ιδιαίτερα μεγάλη

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα χαμηλή παραγωγικότητα, δημογραφική γήρανση και ελλείψεις προσωπικού σε συγκεκριμένους κλάδους.

Αυτό σημαίνει ότι η αυτοματοποίηση δεν πρέπει να εξετάζεται μόνο ως κίνδυνος απώλειας θέσεων.

Μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης.

Εάν μια μικρή επιχείρηση μπορεί με την ίδια ομάδα εργαζομένων να εξυπηρετεί περισσότερους πελάτες, να περιορίζει γραφειοκρατικές εργασίες και να αναλύει καλύτερα τα δεδομένα της, αυξάνει την αξία που παράγεται ανά εργαζόμενο.

Και αυτή ακριβώς η αύξηση της παραγωγικότητας είναι απαραίτητη για να μπορούν μακροχρόνια να αυξάνονται και οι πραγματικοί μισθοί.

Το πρόβλημα των μικρών επιχειρήσεων

Η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλο αριθμό μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.

Εδώ βρίσκεται ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους της τεχνολογικής μετάβασης.

Μια μεγάλη εταιρεία μπορεί να διαθέτει κεφάλαια για λογισμικό, κυβερνοασφάλεια, δεδομένα και κατάρτιση του προσωπικού.

Μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση μπορεί να μην έχει ούτε τα κεφάλαια ούτε την τεχνική γνώση.

Αν η πρόσβαση στην AI παραμείνει άνιση, μπορεί να εμφανιστεί μια οικονομία δύο ταχυτήτων: επιχειρήσεις που αυξάνουν γρήγορα την παραγωγικότητά τους και επιχειρήσεις που δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να ανταγωνιστούν.

Το πραγματικό κεφάλαιο είναι οι δεξιότητες

Η τεχνολογία από μόνη της δεν δημιουργεί παραγωγικότητα.

Χρειάζεται άνθρωπο που ξέρει να τη χρησιμοποιεί.

Αυτό αλλάζει τον ρόλο της Παιδείας και της επαγγελματικής κατάρτισης.

Οι εργαζόμενοι δεν χρειάζεται όλοι να γίνουν προγραμματιστές. Χρειάζονται όμως βασική κατανόηση δεδομένων, ψηφιακή επάρκεια, κριτική σκέψη και ικανότητα ελέγχου των αποτελεσμάτων που παράγει ένα σύστημα AI.

Η μεγαλύτερη απειλή ίσως δεν είναι ότι «η AI θα πάρει τη δουλειά».

Είναι ότι ο εργαζόμενος που ξέρει να χρησιμοποιεί AI θα αποκτήσει μεγάλο παραγωγικό πλεονέκτημα απέναντι στον εργαζόμενο που δεν ξέρει.

Υπάρχει κίνδυνος για ορισμένες θέσεις

Δεν πρέπει όμως να υποτιμηθεί ο κίνδυνος.

Επαναλαμβανόμενες διοικητικές εργασίες, βασική καταχώριση δεδομένων, τυποποιημένη εξυπηρέτηση πελατών, απλές μεταφράσεις και μέρος της δημιουργίας περιεχομένου μπορούν να αυτοματοποιηθούν σε σημαντικό βαθμό.

Αυτό σημαίνει ότι ορισμένες θέσεις θα μειωθούν ή θα αλλάξουν δραστικά.

Το κρίσιμο θέμα είναι η ταχύτητα της μετάβασης.

Εάν ένας εργαζόμενος χάσει ένα σύνολο καθηκόντων αλλά αποκτήσει νέες δεξιότητες, μπορεί να μετακινηθεί σε παραγωγικότερη εργασία.

Εάν όμως η τεχνολογική αλλαγή κινηθεί πολύ ταχύτερα από την εκπαίδευση, δημιουργείται ανεργία και μεγαλύτερη ανισότητα.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει και το Δημόσιο

Υπάρχει επίσης μεγάλη δυνατότητα στη δημόσια διοίκηση.

Έλεγχος εγγράφων, επεξεργασία αιτημάτων, φορολογικοί έλεγχοι, προγραμματισμός υπηρεσιών και ανάλυση μεγάλων βάσεων δεδομένων μπορούν να γίνουν ταχύτερα.

Ακόμη και μικρή αύξηση παραγωγικότητας στο Δημόσιο μπορεί να έχει μεγάλη συνολική οικονομική επίδραση, επειδή μειώνει τον χρόνο που χάνουν πολίτες και επιχειρήσεις σε διοικητικές διαδικασίες.

Όμως απαιτούνται αυστηροί κανόνες για προσωπικά δεδομένα, διαφάνεια και ανθρώπινο έλεγχο στις αποφάσεις υψηλής σημασίας.

Το μεγαλύτερο οικονομικό στοίχημα

Η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις μεγαλύτερες οικονομίες στον αριθμό των εργαζομένων ή στο μέγεθος των επιχειρήσεών της.

Μπορεί όμως να ανταγωνιστεί στην αξία που δημιουργεί κάθε εργαζόμενος.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής αυτής της αξίας.

Αλλά μόνο εάν η τεχνολογική επένδυση συνδυαστεί με εκπαίδευση, υποδομές, δεδομένα, έρευνα και πρόσβαση των μικρότερων επιχειρήσεων στα νέα εργαλεία.

Η ετυμηγορία του οικονομολόγου

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι από μόνη της ούτε απειλή ούτε σωτηρία.

Είναι τεχνολογία παραγωγικότητας.

Για μια Ελλάδα που θέλει υψηλότερους πραγματικούς μισθούς, μεγαλύτερη παραγωγή και λύσεις απέναντι στη δημογραφική συρρίκνωση, η ευκαιρία είναι τεράστια.

Ο κίνδυνος όμως είναι εξίσου πραγματικός: όσοι δεν διαθέτουν δεξιότητες, κεφάλαιο και πρόσβαση στην τεχνολογία μπορούν να μείνουν πίσω.

Το κρίσιμο ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν η τεχνητή νοημοσύνη θα αλλάξει την ελληνική αγορά εργασίας. Αυτό έχει ήδη αρχίσει. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα εκπαιδεύσει τους ανθρώπους της αρκετά γρήγορα ώστε η τεχνολογία να αυξήσει τους μισθούς αντί να διευρύνει τις ανισότητες.

Related Articles