ΔΕΘ 2026: Φοροελαφρύνσεις, εισόδημα και το πραγματικό ερώτημα για τα ελληνικά νοικοκυριά
Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης του 2026 αποκτά ιδιαίτερη οικονομική σημασία, καθώς η κυβέρνηση προετοιμάζει ένα νέο πακέτο μέτρων που θα αφορά μισθωτούς, συνταξιούχους, ελεύθερους επαγγελματίες, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τη στεγαστική πολιτική.
Σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, το συνολικό δημοσιονομικό περιθώριο για παρεμβάσεις την περίοδο 2027–2030 μπορεί να φτάσει έως και τα 6 δισ. ευρώ, ενώ περίπου 4 δισ. ευρώ θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν ήδη από το 2027.
Το ερώτημα όμως δεν είναι μόνο πόσο μεγάλο θα είναι το πακέτο.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν τα μέτρα θα μπορέσουν να βελτιώσουν ουσιαστικά το διαθέσιμο εισόδημα σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια παραμένει η βασική ανησυχία των πολιτών.
Ανάλυση
Η οικονομική συγκυρία είναι αντιφατική.
Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται, όμως τα νοικοκυριά συνεχίζουν να πιέζονται από τρόφιμα, ενοίκια, ενέργεια και καύσιμα. Η ίδια η συζήτηση ενόψει της ΔΕΘ περιστρέφεται πλέον λιγότερο γύρω από το αν υπάρχει ανάπτυξη και περισσότερο γύρω από το ποιος τελικά αισθάνεται αυτή την ανάπτυξη στην καθημερινότητά του.
Φοροελαφρύνσεις ή άμεσες ενισχύσεις;
Από οικονομική άποψη, υπάρχει σημαντική διαφορά.
Μια εφάπαξ επιδότηση αυξάνει προσωρινά το εισόδημα ενός νοικοκυριού.
Μια μόνιμη μείωση φόρου μπορεί να αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα κάθε χρόνο και να βελτιώσει τα κίνητρα για εργασία και επενδύσεις.
Από την άλλη πλευρά, οι φοροελαφρύνσεις δεν βοηθούν όλους το ίδιο. Ένα νοικοκυριό με πολύ χαμηλό φορολογητέο εισόδημα μπορεί να έχει μικρότερο όφελος από μία μείωση φόρων σε σχέση με μια στοχευμένη άμεση ενίσχυση.
Άρα, η αποτελεσματική πολιτική χρειάζεται συνδυασμό των δύο.
Οι ελεύθεροι επαγγελματίες στο επίκεντρο
Οι πληροφορίες πριν από τη ΔΕΘ δείχνουν ότι ιδιαίτερη έμφαση εξετάζεται για τους αυτοαπασχολούμενους, μετά τις αντιδράσεις γύρω από το τεκμαρτό σύστημα φορολόγησης. Παράλληλα, έχουν αναφερθεί σχεδιαζόμενες μειώσεις στις ασφαλιστικές εισφορές και στη φορολογία συγκεκριμένων εισοδημάτων.
Εδώ υπάρχει ένα λεπτό οικονομικό ζήτημα.
Η Ελλάδα χρειάζεται να διευρύνει τη φορολογική βάση και να περιορίσει τη φοροδιαφυγή. Ταυτόχρονα όμως, ένα φορολογικό σύστημα που θεωρείται υπερβολικά βαρύ ή άδικο μπορεί να μειώσει τα κίνητρα για επένδυση και δηλωμένη οικονομική δραστηριότητα.
Η σωστή ισορροπία είναι χαμηλότεροι και πιο προβλέψιμοι συντελεστές μαζί με αποτελεσματικότερο έλεγχο της φοροδιαφυγής.
Το δημοσιονομικό περιθώριο δεν είναι δωρεάν χρήμα
Τα έως 6 δισ. ευρώ που συζητούνται δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ένα απλό ταμείο από το οποίο μπορεί να χρηματοδοτηθεί οποιοδήποτε μέτρο.
Μέρος του δημοσιονομικού χώρου συνδέεται με τους ευρωπαϊκούς κανόνες δαπανών, μέρος με ειδικές εξαιρέσεις για άμυνα και ενέργεια και μέρος με πρόσθετα έσοδα από την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε μόνιμο μέτρο πρέπει να είναι και δημοσιονομικά βιώσιμο μετά το 2027.
Αν μια κυβέρνηση δημιουργήσει μια μόνιμη δαπάνη χωρίς μόνιμη πηγή χρηματοδότησης, το κόστος απλώς μεταφέρεται στα επόμενα χρόνια.
Η ακρίβεια αλλάζει την αξιολόγηση των μέτρων
Το σημαντικότερο κριτήριο θα είναι η πραγματική αγοραστική δύναμη.
Αν ένας πολίτης κερδίσει 500 ευρώ ετησίως από μια φοροελάφρυνση αλλά ταυτόχρονα πληρώσει περισσότερα για ενοίκιο, τρόφιμα και ενέργεια, το πραγματικό όφελος μπορεί να είναι πολύ μικρότερο.
Γι’ αυτό δεν αρκεί να ανακοινώνεται η ονομαστική αξία ενός πακέτου.
Πρέπει να εξετάζεται πόσο πραγματικό εισόδημα μένει τελικά στο νοικοκυριό μετά τον πληθωρισμό.
Η ποιότητα του πακέτου μετρά περισσότερο από το μέγεθος
Ένα πακέτο 6 δισ. ευρώ μπορεί να έχει μικρή αναπτυξιακή απόδοση αν διασκορπιστεί σε δεκάδες προσωρινά μέτρα χωρίς σαφή στόχο.
Αντίθετα, μικρότερες αλλά μόνιμες παρεμβάσεις στη φορολογία της εργασίας, στη στέγαση, στις ασφαλιστικές εισφορές και στα κίνητρα επενδύσεων μπορούν να έχουν μεγαλύτερο αποτέλεσμα σε βάθος χρόνου.
Η πραγματική οικονομική αξιολόγηση επομένως πρέπει να εξετάζει όχι μόνο «πόσα δίνει το κράτος», αλλά και «πόση ανάπτυξη και πόσο πραγματικό εισόδημα δημιουργεί κάθε ευρώ».
Η ετυμηγορία του οικονομολόγου
Η ΔΕΘ του 2026 δεν πρέπει να κριθεί από το πόσο εντυπωσιακός θα είναι ο συνολικός αριθμός των ανακοινώσεων.
Θα κριθεί από το αν το νέο δημοσιονομικό περιθώριο μετατραπεί σε μόνιμη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος χωρίς να υπονομεύσει τη δημοσιονομική σταθερότητα.
Η Ελλάδα έχει ήδη περάσει μια περίοδο όπου η δημοσιονομική ανισορροπία πληρώθηκε πολύ ακριβά. Γι’ αυτό σήμερα χρειάζεται μια διαφορετική λογική: στοχευμένες φοροελαφρύνσεις, στήριξη εκεί όπου υπάρχει πραγματική ανάγκη και μέτρα που αυξάνουν την παραγωγικότητα.
Το καλύτερο οικονομικό πακέτο δεν είναι εκείνο που κοστίζει περισσότερο. Είναι εκείνο που αφήνει περισσότερο πραγματικό εισόδημα στον πολίτη και περισσότερη παραγωγική δυναμική στην οικονομία.